Wednesday, November 2, 2016

Μυρμήγκι

Να μιλάς για σένα κάθε είκοσι χρόνια.
Kαι αν.
Aυτό είναι δύναμη.

Γιατί δεν είσαι, παρά ένα μυρμήγκι
που σέρνει με κόπο το σπυρί του
κάθετα διασχίζοντας
την άσφαλτο

Thursday, August 25, 2016

Λύπη της πέτρας

Τα ποιήματά μας τα διαβάζουν οι πέτρες
όχι οι άνθρωποι
μονάχα εκείνες ραγίζουν στα λόγια μας
διαλύονται, γίνονται σκόνη

γιατί η σκόνη δεν είναι
παρά η λύπη της πέτρας
-απ' τα ποιήματά μας-
λύπη που γδέρνει την γη
καθώς την σέρνει ο άνεμος
απ' άκρη σ' άκρη

Tuesday, June 14, 2016

Ιστορικός ερευνητής

Θέλει μια δύναμη σιδερένια να κατέβεις εδώ
σ’ αυτή τη σπηλιά, ανάμεσα σε νοτισμένες επιστολές
αποκρυπτογραφώντας ίχνη παλαιού καιρού
παράξενη σκιά που μηρυκάζει μελάνι
προσπαθώντας να στήσεις ξανά τα χαλάσματα
σκουντώντας με τη ζέση σου την γαλήνη
των άφαντων

πίσω αφήνεις τον κόσμο των ζωντανών
σαν ένας Οδυσσέας παράφορος που κατεβαίνει στον Άδη
προσφέροντας στους νεκρούς εωθινές ευωδιές
παίρνοντας αστραπές θύμησης
που όμως σε αλλάζουν
ώσπου στο τέλος δεν είσαι ο ίδιος
μα της φυλής σου η μνήμη...

Για να κατέβεις εδώ
πρέπει να θολώσεις τη λίμνη του Νάρκισσου
να μηδενίσεις τον εαυτό σου, να παραδεχθείς πως το φως
είναι αλλού, σε ξένα λόγια και έργα
για να κατέβεις εδώ
πρέπει να φορέσεις την θλίψη...

Όμως πόσο ακόμη θ’ αντέξεις να πηγαινοέρχεσαι
ανάμεσα σε δυο κόσμους, χωρίς να ανήκεις ολότελα πουθενά
πόσο θα αντέξεις να προσπαθείς να δικαιώσεις μπαρουτο
καπνισμένους πολεμιστές, χήρες, ορφανά κι αδικημένους 
ή τον άλλον που για γρόσια μόλις εκατό
τον πέταξαν σ’ ένα πηγάδι...

δεν έχει ελπίδα ο άνθρωπος
κι οι βράχοι που φέρνεις αγκομαχώντας απάνω στη γη
μέσα στο φως σκουριάζουν ρημαγμένοι...

-Ιούνιος 2016-

Thursday, March 17, 2016

Επί... σκηνής δίεση


''...Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται...''

Καβάφης-Σατραπεία


Επί σκηνής ο ηθοποιός,
κάποιου πλουσίου ανάπηρου
τον υπηρέτη παίζει
(σχεδόν κομπάρσου ρόλος)

Πώς όμως ξέπεσε
σε τέτοιον ρόλο άχαρο
αυτός που ήταν ο εκλεκτός
το έργο το Σκωτσέζικο, τον Ληρ
ή τραγωδίες άφθαρτες
έξοχα να παίζει;

Τον τρώει τόσο το σαράκι
που ώρες τούρχεται
να κάνει κάτι απίστευτο
(όσο κι απεγνωσμένο)
απ' την σκηνή, την ώρα της παράστασης
να αποδράσει, ηρωικά και κάθετα!..
σαν λεπτομέρεια μιας ζωγραφιάς
που ξάφνου
απ' τον καμβά ολοζώντανη
στην αίθουσα πηδάει
άναυδους αφήνοντας
κοινό και σκηνοθέτες

.................................

Τούρχεται. Μα δεν το κάνει.
Πού να ψάχνει τώρα για δουλειά
πώς να χαλάσει ξαφνικά το όνομά του
κι έπειτα, ίσως δεν ήταν εξ' αρχής μια νότα
εκλεκτή, παρά μια δίεση...

-Πολύτιμη όμως! που έτσι
κι έλειπε, η αρμονία του έργου
η μαγική, αμέσως θα χαλούσε!..

Thursday, February 25, 2016

Το ηφαίστειο


-Ποιος, στην απεραντοσύνη μέσα την υγρή
μπορεί να φτιάξει από το τίποτα νησί;

-Ένα κρυμμένο ηφαίστειο
που χρόνους κοιμάται
ως έφηβος Θεός
σε ήσυχο βυθό μεταμφιεσμένος
μα ξάφνου απάνω τινάζεται γυμνός
βουή και νέμεση γεμάτος
θειάφι η ανάσα και φωτιά
και λάβα που πετρώνει
ένα νησί απ' το στόμα του γεννά
που σα παγώσει
απ' του πελάγου τη δροσιά
σαλπίζει πρόσκληση!

-Ποιος από το τίποτα
μπορεί να φτιάξει τέτοια ομορφιά;

-Ο ποιητής!
Χρόνους συνάζει την οργή
που μέσα του πυκνώνει
μ' αντί για χαλασμό
φτιάχνει ζωή
ένα ατόφιο ποίημα
καταμεσής του πουθενά
-θα παν και κει πουλιά
και μύστες ταξιδιώτες-

-Ποιος τόσο ωραία
το ακατοίκητο μεταμορφώνει;
Ποιος, εκτός του ηφαιστείου
και του ποιητή, το μαύρο
σε παράδεισο υψώνει;


Saturday, December 19, 2015

Ανοπαία οδός



                                   - ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες-
                                                                                          Σεφέρης


Κανείς δεν ξεκινά την ζωή του για να γίνει
ένας Ιούδας, ένας Εφιάλτης
ποιος αντέχει το βάρος μιας τέτοιας μοίρας
όμως αχαρτογράφητη η ατραπός Ανοπαία
χωρίς ταμπέλες και σκυλιά προειδοποίησης

είναι που σταθήκαμε αφελείς
επιρρεπείς στα λόγια και την κολακεία
κι έπειτα δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε
κάνοντας παρέα μ' αυτούς τους ξένους
που όλο γελούσαν, μας χάιδευαν τ' αυτιά
και μας θάμπωναν με τα ωραία τους δώρα
η ζωή φάνταζε όμορφη κι εμείς ξαφνικά ισχυροί
σαν θεοί του Ολύμπου, που βλέπαμε κάτω
μυρμηγκοφωλιές τα χωριά των ανθρώπων
είχαμε ωραίες για τον κόσμο ιδέες
και μιαν ευφορία πρωτόγνωρη
σαν ουράνιοι αρχιτέκτονες
νομίζαμε πως είχαμε άλλο
από τους άξεστους αίμα
γεννημένοι απ' την μεριά των δυνατών
αθώοι ως τα μύχια, χωρίς τύψεις...

όμως ένα πρωί ξυπνήσαμε και είχαμε χάσει τα πάντα
γύρω ερείπια, ψυχές βλογιοκομμένες, αυτόχειρες
και αλυσοδεμένοι που έκλαιγαν νοσταλγώντας
λίγη απ' την παλιά χαρά κι ελευθερία
τότε μονάχα καταλάβαμε,
πως η οδός που είχαμε πάρει
ήταν η καταραμένη ατραπός Ανοπαία
και μεις διόλου όπως νομίζαμε -ιδρυτές
ενός κόσμου νέου- μα απλά κούκλες
με νήματα στα πόδια, τα χέρια, τα χείλη
εξωμότες, που είχαμε φέρει εδώ
τους άτιμους ξένους
καταδικάζοντας την πόλη
σε αιώνια απελπισία

σκυφτοί, μπερδεμένοι σαν ψάρια στα δίχτυα μας τώρα
στοχαζόμαστε το μέγεθος αυτής της τεράστιας πλάνης
μα ήμαστε τόσο ανήμποροι, για οποιαδήποτε ανατροπή
δεν έχουμε την τόλμη ούτε μιας έντιμης απολογίας
και η συκιά τσακίζει τα μάτια μας
γιατί αγχόνη θυμίζει

σωπαίνουμε τώρα
κλεισμένοι ερμητικά στα σπίτια μας
νιώθοντας για πρώτη φορά, πόσο πικρά
πόσο πικρά, είναι πραγματικά τ' αργύρια...

Tuesday, December 8, 2015

Η ψαρόσουπα


ή άλλως...

ο Πύργαρης μάγειρος

(σατιρικόν-αυτοσαρκαστικόν)

.
Ο Πύργαρης πεθύμησε, κάποτε μία σούπα
χειμώνας ήταν θάπινε, μαζί και καμιά κούπα
από νωρίς ξεκίνησε για να την ετοιμάσει
πατάτες, κοκκινόψαρα και τα λοιπά να βράσει
-Σήμερα μαγειρεύω εγώ, δρόμο απ' την κουζίνα
θα είναι όλα μια χαρά, φύγε κυρία Μίνα!

Παίρνει εκείνη τον καφέ, πηγαίνει στο σαλόνι
τον άντρα της θαυμάζοντας, που ''όχι'' δεν σηκώνει
''Πώς τούρθε έτσι ξαφνικά, άσπρη ποδιά να βάλει
και του μαγείρου το σκουφί, απάνω στο κεφάλι;''
Όμως δεν έχει η κυρά, παρά να περιμένει
το έργο του συζύγου της! άλλο απ' αυτό δε μένει...

Πέφτει ο Γιώργης στη δουλειά, καρότα καθαρίζει
εδώ είναι τα σέλινα, εδώ είναι και το ρύζι
την κατσαρόλα γέμισε με καθαρό νεράκι
και της κουζίνας άναψε, το δεξιό ματάκι
δάκρυσε λίγο πούκοψε τα τέσσερα κρεμμύδια
μα γρήγορα του πέρασε, δεν ήταν δα και φίδια!

Τα υλικά του έριξε, μόλις που πήρε βράση
θάφτιαχνε σούπα σήμερα, θ' αγάλιαζε η πλάση!
Θα γίνει από το τίποτα μάγειρας αστέρι
αχ Θε μου ξέχασε ο χαζός, να ρίξει το πιπέρι!
Τα φρέσκα ψάρια φυσικά, θα βάλει προς το τέλος
να του πετύχει και τ' αυγό, για να μη γίνει Οθέλος

..............................................................

Ώσπου ήρθε η ώρα κάποτε, της κρίσης η μεγάλη
ο Πύργαρης καμάρωνε σα νάταν μανουάλι!
Όλοι λοιπόν μαζεύτηκαν γύρω απ' το τραπέζι
της θεσπεσίας τέχνης του, να πιουν το πετιμέζι
απ' έξω είχε καταχνιά και έβρεχε καμπόσο
για σούπα ωραίος ο καιρός! ''ώρα να ντερλικώσω!''

Από τις πρώτες ρουφηξιές, κατάλαβαν την πλάνη
του μάγειρα που ανθρώπου νους, καθόλου δε την βάνει
κάτι στη γλώσσα πείραζε, κάτι στο λάρυγγά τους
και τίναι αυτά που πλέουνε στα πιάτα τα δικά τους;
Τάκανε όλα τέλεια! μαγείρεψε με ζέση!
μα απ' τα ψάρια ξέχασε, τα λέπια ν΄αφαιρέσει!!!


Thursday, December 3, 2015

του ζευγά




Η ώρα ήρθε! φύγαν οι ζεστοί οι μήνες
δυο μέρες έριχνε ποτιστική βροχή
κρώζουν στον βορρά οι χήνες
καιρός να σμίξει με το χώμα το υνί!

Ώρα τον έρμο κάμπο να γυρίσω
με το αλέτρι μου και με τη μοναξιά
τη γη απ' άκρη σ' άκρη να μαυρίσω
έχοντας παρέα τα πουλιά

χαμοπετούν τριγύρω τα καημένα
τσιμπολογούν στο αυλάκι λιχουδιές
κοράκια, καρακάξες, ζαραβέλια
και σουσουράδες, κουνώντας τις ουρές

Ξωμάχος της ζωής κι εγώ εκεί!
υπομονετικά, μη χάσω τη σειρά
μαζί μου το προσφάι, το κρασί
δύναμη να πάρω και ξανά δουλειά!

Για να προλάβω! ο καιρός μικραίνει
νέφη συνάζονται στον ουρανό παντού
ούτ' ώρα, στιγμούλα δε μου μένει
ξεγνοιασιάς κι αναπαμού

Γιατί έχω στόματα να θρέψω!
τον σταυρό μου κάνω για καλή σοδειά
νύχτα στο σπίτι θα επιστρέψω
θάχουν κοιμηθεί, τα δύο μου παιδιά...

Κι όταν τη μάνα γη γεμίσω
με σπόρους και καντάρια φως
μονάχα τότε θα ηρεμήσω
στο τζάκι θα καθίσω ο φτωχός

ν' αναπαυτώ απ' της ζωής το αμόνι
να πω τις ιστορίες της γιαγιάς
τις νύχτες που θα πέφτει χιόνι
και θα λυσσομανάει  έξω ο βοριάς...


Saturday, September 19, 2015

Το ζαρκάδι



Είναι κάποιοι ίσκιοι
που δεν μπορείς να δεις
να πιάσεις, να μυρίσεις
να γευτείς

γκρίζες οπτασίες
που εμφανίζονται κρυφά
αργά το βράδυ


αλαφροπάτητοι
χωρίς φωνή
σαν άδεια ρούχα
που σαλεύουν φευγαλέα
στο σκοτάδι

υποψίες
κρυμμένοι κυνηγοί
που σε ξυπνάνε ξαφνικά
από ένα λάθος πάτημα
-και στην σκανδάλη
χάδι-

.................................

Όταν το φως ανάβεις
γύρω κανείς
του ρολογιού ο χτύπος μοναχά
μα στον καθρέφτη
έντρομο να σε κοιτά
ένα ζαρκάδι


Wednesday, July 1, 2015

Βαβέλ των Νάρκισσων


Να δεις που οι τόσες κουβέντες μας
χιλιάδες θα γίνουν μονόλογοι
θάχουν γκρεμίσει όλες οι γέφυρες
θάχουν σπάσει οι άλλοι καθρέφτες
κι ένα μουρμουρητό ακατάληπτο
-στην αφεντιά μας θυσία-
σαν καπνός, ψηλά θα πηγαίνει


τον εαυτό μας αποθεώνοντας
αργά θα βυθιζόμαστε
μέχρι για πάντα να χαθούμε
μόνοι, ωραίοι, δοξασμένοι...

.

Monday, June 8, 2015

Προμηθέας

.



 
Τι να κάμω μ' αυτή την μνήμη την σεπτή
που έπηξε πάνω μου αργά, έγινε βράχος
ασήκωτος στους ώμους μου που κύρτεψαν
για δες, εκεί που πίστευα θα βγουν φτερά 
τώρα έναν βράχο κουβαλώ -μα μήπως
ετούτος είναι τα φτερά μου;-

πάνω του ανάγλυφες μορφές, λησμονημένες
ανθρώπων πούζησαν και τώρα σκόνη
ζωγραφιές μισές κι αχνές σαν υποψίες
ακρωτηρια-
σμένα αγάλματα
χέρια παρακαλεστικά για δικαιώσεις
μία ατέλειωτη σιωπή  
μα πιο βαθιά εκλάμψεις, μυστικά
κι ένα πιτσούνι χνουδωτό
που καρτεράει κουρνιασμένο στην φωλιά
καμώμενο πως δεν υπάρχει

Τα γόνατα λυγούν
βαρύς ο βράχος πάνω μου
μα μέσα από την βάσανο
βρίσκω το πρόσωπό μου

Πιο πέρα γύπες. Στέκουν στις αγριοσυκιές ψηλά
και μ' απειλούν βουβά, χωρίς να με κοιτάζουν
μα η βουή της άγνοιας στη πόλη
που απλώνεται φαιδρή μπροστά, με συνεπαίρνει
Δεν θέλουν ετούτη την φωτιά που την χαρά πληγώνει
περιφρονούν την σύνεση σαν τα χορτάτα τα σκυλιά
που απωθούν το φαγητό σα δεν αρέσει
δίκαιο έχουν μα εγώ για ποιον, τούτον τον βράχο κουβαλώ
αν κατορθώσω να σταθώ ορθός, θα τον τινάξω
στην κατηφόρα να κυλήσει και να σπάσει

Σκόνη...
κι ύστερα αυτό το περιστέρι -ώριμο πια-
στη πόλη να γυρνά λευτερωμένο
σε στύλους, σε πλατείες, σε φθηνά μπαλκόνια
σαν μια μικρούλα ύπαρξη λευκή, που προσπαθεί
με τα θεριά κι αγριανθρώπους να τα βάλει

Έτσι να κάμω.
Κι ας έρθουν οι γυπαετοί μετά
Δία, καθόλου δε με μέλλει.

Monday, December 15, 2014

Τιμοκλεία




Σαν έχασαν την μάχη οι Θηβαίοι
απ' τον στρατό του Αλέξανδρου
κι οι Μακεδόνες πέσανε
σφήκες στην πόλη,
στης Τιμοκλείας το σπίτι
άγριοι Θράκες -αφού την βίασαν- 
την παίδεψαν για θησαυρούς

Τότε η άξια Θηβαία
τον αρχηγό ξεμοναχιάζοντας
παρέσυρε σε σκοτεινό πηγάδι
''Εδώ!'' του είπε, μα καθώς
εκείνος έσκυψε να δει, τον έσπρωξε
και πέτρες ρίχνοντας από ψηλά
σκότωσε τον άπληστο φωνάζοντας
''Αυτά παθαίνουν, όσοι κλέβουν την τιμή
και το χρυσάφι των ανθρώπων!''

......................................

Με αγέρωχη περπατησιά -αν και δεμένη
σε θυμωμένους ανάμεσα στρατιώτες-
και βλέμμα άφοβο η Τιμοκλεία
στάθηκε μπροστά στον βασιλιά
για τιμωρία
μαζί με τα παιδιά της

......................................

-Είμαι η αδερφή του γενναίου Θεαγένη
του στρατηγού που τον πατέρα σου
με σθένος στην Χαιρώνεια πολέμησε
κι ένδοξα έπεσε για την τιμή της Θήβας
τέτοιο ρηγάτο  αίμα
και στις δικές μου φλέβες, τρέχει.

Μα εσύ, ντροπή των βασιλέων
για την δική σου δόξα
την πόλη μου ξερίζωσες
της Θήβας όλος ο ανθός
βορά στα όρνια
μύρισε στους δρόμους τους καπνούς
απ' τα καμμένα
άκου τους θρήνους γυναικών
τα ουρλιαχτά των κοριτσιών που κυνηγούν
οι άξεστοι στρατιώτες
την θλίψη δες αυτών
που παν στα σκλαβοπάζαρα
σε  φτύνω Αλέξανδρε
και με τα νύχια τούτα δω, αν δεν κρυβόσουν
πίσω από φρουρούς, θα σ' έγδερνα
κι αν γλίτωνα από δω
αετούς τους γιους θα ανάθρεφα
σαν ποντικό να σε ξεσκίσουν!

Μα ξέρω, δεν γλιτώνω
οι τιμημένοι όμως προτιμούν τον θάνατο
από ζωή σκυφτή και μαυρισμένη!''

Και λέγοντας αυτά η Τιμοκλεία
έφτυσε τον Αλέξανδρο
''βίαιον εμπτυσμόν'' λέγει ο συγγραφεύς
''στο πρόσωπο του πορθητού''
που ευθύς διέταξε
να μην πειράξει ουδείς την Τιμοκλεία
την σπουδαία γυναίκα
παρά στο σπίτι του Πινδάρου με τα τέκνα της
αμέσως να μεταφερθούν

..........................................

''Δεν εννοήσατε όμως ακριβώς
ποιος είναι ο Αλέξανδρος...''
λένε ότι είπε ο βασιλεύς
το πρόσωπο σκουπίζοντας

(2015)

Monday, July 28, 2014

Ελένη


Εμένα πόρνη με γνωρίζει η ιστορία
πάνω μου αναθέματα μυριάδες
δέκα χρόνια μυστική στην Τροία
μα να με βρίζουν οι Ζορμπάδες

Δεν ήταν όλα ένα σχέδιο μήπως
του Αγαμέμνονα, την Τροία να πάρει
έγινα λοιπόν Δούρειος ίππος
πλανεύοντας τον χαζοβιόλη Πάρη,

που πίστεψε πως μόλις είδα
τα μάτια τα νοσταλγικά του
τους ώμους τους γυμνούς, την κλείδα
έπεσα ξερή στην αγκαλιά του

πρίγκιπας νάρκισσος και αφελής
και επιπλέον, λίγος στο κρεβάτι
δεν υποπτεύθη ο δυστυχής
αυτό που ύφαινα με ινάτι

της Τροίας την πτώση! Τα μυστικά
να κλέβω -γελώντας ακόμη και θεούς-
σε κάποιον έταξα φιλιά
μέσα να μπάσει Αχαιούς

Εγώ η Ελένη! Του Μενελάου η πιστή
που χρόνους τον στερήθηκα
για μια μεγάλη αποστολή
κι ούτε στιγμή φοβήθηκα

Η Ελένη! Βασίλισσα των Μυκηνών
αιώνες κρύβω την ζωή μου
εγώ, βασίλισσα των Αχαιών
γυρεύω πίσω την τιμή μου!

Sunday, June 22, 2014

το άλλοθι



Κι αν είμαι διστακτικός στις μεγάλες ιδέες
είναι γιατί στη φωλιά μου τριγύρω
ζέχνουν ακόμη απομεινάρια πρόσφατων φόνων
και δεν βλέπω κανέναν προφανή λόγο
να μου εμπιστευτεί κανείς έναν παράδεισο
είναι που έρχεστε και σεις κάθε νυχτιά
σ’ αυτό το άγριο δάσος
καρτέρι να στήσετε
σε ανθρώπους και πλάσματα

Προτού για τα καλά ξημερώσει
κρατώντας στους ώμους λαγούς
ζαρκάδια, ανθρώπινα κομμένα
κεφάλια, επιστρέφετε κυρίαρχοι, χαρού
μενοι από την ήττα τόσων πλασμάτων
γέρνετε θριαμβευτές στα κρεβάτια σας
χωρίς τίποτα να θυμάστε το πρωί
κι ας βρίσκετε μέσα στις τσέπες σας
δάχτυλα κομμένα με αστραφτερά δαχτυ
λίδια, επιδόματα που δεν σας ανήκουν
και στα ψυγεία σας μέσα, αγριογούρουνα
γδαρμένες νυφίτσες, τσιμπίδες με διαμελι
σμένα έμβρυα ...

Λοιπόν, με λήθη πλένεστε
στους νεροχύτες το πρωί
ενδύεστε ξανά με υποκρισία
και πάτε να χτίσετε το άλλοθι
να διδάξετε ηθική
και καλοσύνη να διδάξετε
αφρίζοντας κατά του ρατσισμού
μπορεί να γράφετε και ποίηση
ηχηροί ανθρωπιστές
οχληροί  δικαιοφόροι!...

Thursday, December 5, 2013

γήρας

Ωραίες κάποτε γυναίκες
που σαν τον ήλιο δύουν πια
στα μάτια ατόφια η ομορφιά
και στα βαθιά, νοσταλ
γική γαλήνη

Sunday, December 1, 2013

αισχρή συνθήκη


Λοιπόν, δεν είναι άλλο ν' απορείς
γιατί επέδειξαν οι άρχοντές μας τέτοια ανοχή
σε κάτι στρατηγούς Τισίες
που ήρθαν με υπεροχή και αλαζονεία
να πάρουν τον οψιδιανό και τον περλίτη
τον πλούτο και τα σπίτια μας
-το δίχως άλλο, θα είχαν πολύ συλλογιστεί
το πάθημα της Μήλου

Γι' αυτό, τους συκοφάντες μην ακούς
πως τάχα θέλαν να σώσουν την ζωή
και το τομάρι τους
ή τον πολλά επικερδή, πολιτικό τους βίο
για μας οι άμοιροι το έκαναν -να μην σφαγούμε
την πώληση των γυναικόπαιδων στα σκλαβοπάζαρα
του τόπου την ερήμωση-
γι' αυτό υπέγραψαν κρυφά
τέτοια αισχρή συνθήκη

κι αν κράτησαν τ' αργύρια μ' ελαφριά καρδιά
οι συνετοί μας άρχοντες και τι μ' αυτό;
εσώσανε την πόλη
εξ' άλλου, παλιά τους τέχνη το τερπνόν
μετά του ωφελίμου

Ας λιμοκτονούμε πια λοιπόν
ας γυρνούμε στον ίδιο μας τον τόπο
πένητες κι ανέστιοι
τουλάχιστον με την συνθήκη
τα χείριστα γλιτώσαμε
κι ας μας φωνάζουν πια παντού
δειλούς κι οσφυοκάμπτες...

Monday, November 11, 2013

καταιγίδα

Βροχή ατέρμονη
που μαστιγώνει την αυλή
μια αστραπή

τρίζουν τα τζάμια στη βροντή
κι απ' τη πυγμή του κεραυνού
ένα παιδί

στην αγκαλιά της μάνας
τρέχει τρομαγμένο
να κρυφτεί

Thursday, September 5, 2013

φονέας δασκάλων



Όλους τους σκότωσε. Μείναν μονάχα δύο
παλεύουν μέσα του σαν φίδια αρσενικά
ο ένας με την σκοτεινή φωνή
και την ανάσα την βραχνή απ' την σπηλιά του
κι ο άλλος είρων κι αυστηρός, λιγόλογος
μ' αυτήν την καθαρότητα 

-εκλεπτυσμένος-

Τις εποχές του εξαντλεί
γκρεμίζοντας απ' τις φωλιές τα χελιδόνια
μ' αλλού η ματιά κι ο νους αλλού
να ''ξαποστείλει'' μελετά
τους ύστατους δασκάλους
-μιας και διάβηκε τη πόρτα τη στενή
τόσες φορές φονιάς
δύο ακόμα δε τον καίνε-

Θα περιμένει σ' αυτή την ερημιά
θ' αποτινάζει μάσκες, πυρετωδώς θα γράφει
θα πλένει ολημερίς τα χέρια του στη γούρνα
από τούτο το αίμα το φαιδρό
-στους δρόμους τρέχει, στα μάτια των μοναχικών
και σε δωμάτια φοιτητών, σε πόλεις
σε βάθη και σε ύψη
όπου υπάρχει άνθρωπος πάει αυτό το αίμα
που το μυρίζουν ακόμη κι οι νεκροί
πέφτουν στη πόρτα του Άδη με ορμή
βροντώντας τη από μέσα
διψώντας πάλι φως, πάλι διψώντας αίμα
που σε γελά, πήζει και μοιάζει με μελάνι-

Θα περιμένει σ' αυτή την ερημιά
με τους νεκρούς του
-που στέκουν πάνω στο νερό
πνιγμένες σφήκες-
θα περιμένει
τον δικό του τον φονιά

.........................................

κάθε αναγνώστης και βρυκόλακας
πίνει μελάνι και ξυπνά
σα δυναμώσει
τον δάσκαλό του αδίστακτα
σπεύδει να σκοτώσει

Αγνώμονες!
φονιάδες όλοι και νεκροί
να η ζωή μας...

Thursday, August 15, 2013

Ξέρξης



Τον Ξέρξη
χρόνια περιμέναμε
στ' αλώνια να βρεθούμε

-σ' αυτήν την άνυδρη εποχή
μαζί του μια αναμέτρηση
λίγο δεν είναι
κι ας μοιάζει τόσο ανέφικτη
η νίκη-

Όμως ο βάρβαρος στο φως
ποτέ δεν φανερώθη.

...................

Μήπως στο κάμα της ζωής
-μικροί εμείς και φαντασμένοι-
δεν λογαριάσαμε σωστά
κι ήταν ατόφια τρέλα
να περιμένουμε τέτοια τιμή
τόσο μεγάλη μάχη;

ή μήπως κάτι πιο οικτρό
και τραγικό συμβαίνει;

...................

Παροπλισμένος τώρα
ανίκανος για πόλεμο
και σκουριασμένος
-μα πιο σοφός τουλάχιστον
μέσα σε τόση σκέψη-
μια υποψία κουβαλώ
για τον πανούργο Ξέρξη...

Μέσα μας να κρύβεται!
Να κατοικεί εντός μας!
Και από κει ηγούμενος
να ρίχνει ό, τι χτίζουμε

με πάθη και καμώματα
τον κόσμο να συντρίβει



Αύγουστος 2013


Στα ισπανικά σε μετάφραση Δανάης Ταχταρά:

Jerjes

A Jerjes
años esperabamos
para encontrarnos en los ejidos

―en esta árida época
un enfrentamiento con él
no es poca cosa
pese a que la victoria
parezca inalcanzable―

Pero el bárbaro a la luz
jamás apareció.

.......................

¿Acaso en la fatiga de la vida
―pequeños nosotros y presumidos―
no calculamos bien
y la locura era pura:
esperar de él tal honor,
una batalla tan grande?

¿o acaso algo más penoso
y trágico ocurre?

......................

Desarmado ahora
para la guerra inútil
y oxidado
―pero más sabio al menos
dentro de tanta reflexión―
una sospecha llevo
para con el astuto Jerjes...

¡Se esconde dentro de nosotros!
¡En nosotros habita!
Y desde ahí liderando
derrumba todo lo que construimos

con pasiones y artimañas
el mundo derrota.

Wednesday, February 13, 2013

Του ήλιου το προμάντεμα





Σα που κοπά
ζει η καταιγίδα
πουλιά κρυμμένα
του ήλιου το προμά
ντεμα -ξέφρενα,
όλα μαζί-
λαλούνε μεθυ
σμένα

Tuesday, January 22, 2013

Η πληρωμή του κυρίαρχου


Περίμενες να μείνουμε τόσο γρήγορα μόνοι
χωρίς θεούς και ιερά
αφού όλα τα σκότωσε η θλίψη
με κάτι αγάλματα μισοθαμμένα τριγύρω
ειρωνικά, απαθή
καθώς ρωγμές αόρατες εισβάλλουν στο κορμί τους
να βρούνε τόπο μέσα τους, πράσινα βρύα

Φαντάσου εμείς λοιπόν οι ευάλωτοι.
Μονάχα ο Διόνυσος ακούγεται εδώ να γελά
σ' αυτή τη τέφρα της πλάνης

...........................

Δεν είναι μακριά η πληρωμή του κυρίαρχου
θα γεμίσουν λειχήνες οι δρόμοι
άγριοσυκιές τα σαλόνια μας
κλαριά θα ξεμυτίζουν από τις στέγες
αδηφάγοι τερμίτες θα τρώνε τους στίχους 

και τα βουνά των χαρτονομισμάτων 
στα κλειδωμένα ακόμη θησαυροφυλάκια
στις αυλές μας -εκεί που κούνιες στήναμε
και παίζαμε με τα παιδιά μας-
ιαγουάροι θα περιφέρονται 
και μαύρες λέαινες

τα κόκκαλά μας σε χέρσα σπαρμένα
πάνω τους πράσινες σαύρες
θα διαλαλούν τη νίκη τους
θα διαλαλούν την εκδίκηση

Friday, October 19, 2012

Οι κραταιοί

Γιατί εμείς
της ημέρας οι φοβεροί κραταιοί
τις νύχτες την αγάπη ικετεύουμε
όταν την σιδηρά αποθέτουμε πανοπλία
κι απορημένα
τον φόβο μας κοιτάζουν τ' αστέρια

Saturday, August 25, 2012

άδοξη ειρήνη

Άντρες που ξέμειναν εδώ
που δε ξεκίνησαν ποτέ
για κάποια Τροία
δεν έχουν να πληρώσουν την ΔΕΗ

και δεν διαφέρει αυτή η πληγή
απ' τις πληγές ενός Διομήδη
ενός Μαχάονα, τίποτα-







Thursday, July 26, 2012

Στον Περικλή Γιαννόπουλο


Γυμνός, σε άλογο λευκό
στη θάλασσα εισχωρείς περήφανος
ανένδοτος, γεμάτος φως
-που όσο επιμένεις να βυθίζεσαι
τόσο τυφλώνει-

κι αντί
μετά του πιστολιού τον κρότο
πλάι να γείρεις πέφτοντας,

φτερά στους ώμους σου
αστράφτουν μονομιάς
που απλώνουνται θαμβωτικά
με σπαρταρίσματα, καθώς
την πτήση δοκιμάζουν
για εκεί που ανήκεις
στο απέραντο!...
μ’ όλους μαζί τους εκλεκτούς,

μακριά απ' τη πόλη αυτή τη μίζερη
που οι ζωντανοί -με τρύπες κόκκινες
καταμεσής του στήθους-
ποδοπατούν των λόγων σου
την απλωμένη γύρη

ωχροί και άβουλοι
ωσάν πνιγμένοι



27 Ιουλίου 2012

Tuesday, May 22, 2012

ανοιχτά της Αυλίδας

(ή άλλως
αποχαιρετισμός στην εφηβεία)


Καθώς για την κατάκτηση κινάς
μιας άλλης Τροίας
στη μέθη ωραίου πρωινού
κι ενός αέρα λυτρωτή
που μ' αλαφράδα μαγική
σπρώχνει αγόγγυστα τα πλοία,

αμήχανος ανάμεσα
στ' αστραφτερά σου όπλα
δοσμένος σε μιαν αμφιβολία όλο χρυσόφως
όπου φυλάς, νωπές ακόμη συγκινήσεις

-μιας καστανής την αγκαλιά
και τα φιλιά τ' αστέγνωτα
κρυμμένα στο λαιμό και την μασχάλη
της ανθισμένης λεμονιάς αγαπημέ
νο θρόισμα, σιμά στο παραθύρι
την ταραχή της μάνας
με το ξερό στα χέρια της ζυμάρι
και του πατέρα την σιωπή
που όλα τα λόγια έπνιξε του χωρισμού
μέσα σε βλέμμα άτρεμο
κι αντρίκιο-

ταξίδι ολόφρεσκο
καθώς κοιτάς τα πρόσωπα συντρόφων
που κάθονται στη κουπαστή
ωραίοι και άφρονες
από τις υποσχέσεις ενός πολέμου νικητή
που λάφυρα και δόξα θα τους φέρει,

καθώς κινάς λοιπόν για μια άλλη Τροία
τα μάτια στρέψε τελευταία φορά
σε τούτη που άνθισες, ακτή

ίδια ξανά δεν θα την δεις
καθώς ανάμεσα
ίσκιοι θα μπούνε, χρόνια δίσεκτα
και αίμα…



Μάιος 2012

Monday, May 14, 2012

το θερμοκήπιο


-Στο θερμοκήπιο που ξάφνου
ξεχαρβαλώθηκε η σκεπή
κι ελεύθερα η βροχή λυσσομανάει
δες τα φυτά τα εμβρόντητα
πώς τρομαγμένα
θροϊζουνε στις γλάστρες-

Απέναντι σε άνεμο θρασύ
ευέξαπτο
που αγέρωχος κινάει από το χιόνι
μπουμπούκια καψαλίζοντας στο διάβα του
και φύλλων άκρες
εξαρτημένα απέναντι φυτά
που τρέμουνε
την ειρωνεία της πάχνης

επιθυμούν ξανά στοργή
σπαρακτικά ζητούν το χέρι
εκείνου που κείτεται νεκρός
σιμά στις ροδαλές
και ντροπαλές μπιγκόνιες



14 Μαίου 2012

Thursday, May 10, 2012

τα αγάλματα



Μετά απ' τον χτύπο
της τελευταίας καμπάνας
από τα βάθρα κατέβηκαν
της πόλης τ' αγάλματα...

Σε άλογα χάλκινα
με όπλα στα χέρια
βιβλία και ξίφη
γυρεύουν την θάλασσα
-διάτρητα από λύπη
και σφαίρες γαζωμένα-

..................

Ορδές αγαλμάτων
απ' όλους τους δρόμους
αγγίζουν την θάλασσα...

Βουλιάζουν
μέχρι που χάνονται
αφήνοντας πίσω
πόλη τυφλή

ασάλευτη θάλασσα
με φεγγάρι λουσμένη
και αίμα



10 Μαϊου 2012

Wednesday, May 2, 2012

φιλί


Μελάτο σύκο ανάμεσα στα στόματα
των κορμιών ο Άυγουστος γινώνει
είναι η αρχαία πείνα
τα χείλη μυστικά σιμώνει
προς τον καρπό, που ξάφνου χάνεται
και χείλη ακουμπούν
αντί γι' αυτόν
τα χείλη



2000

Tuesday, April 3, 2012

Παραδοχή



Πίσω από κάθε όψη, κάτι πιο δυνατό
ένας ίσκιος από σίδερο
που όμως πονά και σκουριάζει
μέσα στου ήλιου την πυγμή
και την θλίψη

ή ένα λουλούδι, πίσω από κάθε όψη
που αντέχει καθημερινά την φθορά
όνειρα από άπιαστο φως, ακατά
παυστα πλέκοντας

γιατί μπορεί οι ρίζες
στο χώμα μυστικά να ελίσσονται
για να πάρουν ζωή
μα τα χαμόγελα, την λήθη ζητούν
και ανθίζουν στην πλάνη

τόσο,
που το κόκκινο αίμα το δυνατό
το ίδιο πολύτιμο με ένα εικόνισμα
και η ζωή φτωχή
χωρίς εκείνο το μετέωρο παράθυρο
ψηλά
καταμεσής, του γαλανού ουρανού



ADMISSION

Behind every look ,something stronger
a shadow of iron
which however hurts and rusts
into the sun's fist
and sadness

or a flower ,behind every look
that withstands daily the wear
dreams of untouchable light,
incessantly knitting

because roots can
secretly in soils be maneuvered
to take life
but the smiles,and the oblivion ask
and bloom into fallacy

so,
that the red blood the strong one
is the same important with an icon
and life very poor
without that suspended window
high up
in the midst of the azure sky


Απρίλης 2012
μετάφραση: L. Ts.

Tuesday, March 6, 2012

Περί...δικαίων



Όσο παλεύεις
«για έναν καλύτερο κόσμο»
βάζοντας αλήθεια, τα δυνατά σου

πολλές μάλιστα
τον εαυτό σου εντελώς λησμονώντας
και άλλες προσφέροντας με απλοχεριά
και την ζωή σου ακόμη,

την ίδια ακριβώς στιγμή
-χωρίς καν να ξέρεις το πώς-
ένα μαχαίρι βυθίζεις στην λύτρωση
που το κοιτάζεις έκπληκτος κατόπιν
-σαν τον φονιά που ξάφνου συνέρχεται
θωρώντας πανιασμένος την πληγή
που αναίτια προκάλεσε στο στήθος
αγαπημένου φίλου-

Έτσι πάντα θα κάνεις.
Θα ματώνεις τον κόσμο
προσπαθώντας σαφώς, να τον σώσεις

.....................

Είναι όμως κι αυτοί
που ποτέ δεν ξυπνούν
στο χέρι τους να δουν το μαχαίρι
συνεχίζουν, σωτήρες απτόητοι
νομίζοντας πως εξαντλούν την ζωή τους
στην πλευρά των δικαίων



αρχές Μαρτίου 2012

Sunday, March 4, 2012

Ο άγριος



-χρόνια τον φορτώνανε
με μνήμη και με θλίψη-

Στη καρδιά του
μαύρο αγριόχορτο
εξόγκωμα λοξό στη κεφαλή,
μια κάτασπρη Ακρόπολη
που τρέμει πριν γκρεμίσει
στον μέλανα σεισμό

Μονάχος ξεκαρδίζεται
κανόνες και ιερά
στο νου του ξεκαρφώνοντας
Σπίθες στη κόρη του ματιού
Φωτιά στη μνήμη και παντού!

…………………………

Στ’ αποκαΐδια εκείνος χαίρεται
τους καπνισμένους πίνακες
-Vincent van Gogh ή Rembrandt-
να ουρεί

Tuesday, February 28, 2012

Φεγγοβολιά



Φεγγοβολιά στη νύχτα μου
πώς ν’ αφεθώ στον άνεμο
και την αδίσταχτη φωτιά που με προστάζει

καπνός ο εαυτός μου
χάνεται αψηλάφητος κι αλλάζει

καθώς μια χίμαιρα
με όλες τις ευχές
και μ’ όλες τις κατάρες με προετοιμάζει
γι’ άλλο ταξίδι ονειρευτό

γιατί με σένα την Ιθάκη μου ζυγιάζει




GLOW OF LIGHT

Glow of light in my night
how to be left to the wind
and the ruthless fire who commands

smoke myself
lost impalpable and changes

as a chimera
with all the blessings
and all the curses prepares me
for other dream trip

because with you my Ithaca approaching.


από την συλλογή ''Ωραιοδίνη'' 1998
μετάφραση: L. Ts.

Tuesday, January 31, 2012

Ασκός


Παλιά, βαριά πληγή
αυτή η καχυποψία
πως τάχα σε τούτο τον ασκό
είχε συνάξει θησαυρούς
και όχι τους κακούς
του Αίολου αέρηδες

παλιά βαριά πληγή
αυτή η αμαρτία

…………………

Τώρα χτυπημένοι στα βράχια
χωρίς καράβι
χωρίς ψωμί
χωρίς πυξίδα

όσοι απόμειναν



2011

Διακοσμητικός



Είναι βέβαια κι αυτοί
που θέλουνε τον ποιητή
ένα παιδί απόμακρο, χλωμό

παράταιρο

με τα πανέρια και τ’ ανθάκια του
εύθραυστη μορφή στην άκρη
κυκλωμένον τον θέλουν
από ένα μουσείο

ναι, είναι κι αυτοί που θέλουνε τον ποιητή
μιαν άσπιλην εικόνα
-απ' το κακό του κόσμου
να ξεκουράζουνε καμιά φορά
τα μάτια τους-



2011

Wednesday, December 21, 2011

το τρίτο μάτι


Χρόνια θωπεύοντας το έφηβο του στήθους
τα φύλλα του τρίτου ματιού πάσχισα να χωρίσω
κι ήταν να σχίζω σαν
στα δύο τη σάρκα

-και κραυγή πόνου καμιά
και δάκρυ κανένα-

γιατί στο γήπεδο των ανθρώπων φάνταζα ήδη λοξός
που ο καθείς τη πλαστική του γωνιά είχε
και τα νομίσματά του

Μα πάντα ντρεπόμουν εγώ
γιατί τέτοια στις χούφτες μου ν’ ακούγονται
ποτέ δεν είχα

έγνοια μου μόνη
το μάτι ν’ ανοίξει διάπλατα και να δει
-νύχτες γεμάτες θαύματα
νύχτες γεμάτες μάγια-

το μάτι που τώρα πάλι από ντροπή
μ’ ένα πουκάμισο στις συντροφιές σκεπάζω
να μη φανεί



-από την συλλογή ''μαθητεία''-

Sunday, November 27, 2011

Διγενής



Κι ο ποιητής βιγλάτορας
στη νεφελώδη στέπα

όχι μόνον του ήχου
μα και της πόλης
την αρμονία φυλάττει

-μην εξουθενώσει τον αδύναμο
του δυνατού η απληστία
μην ταριχεύσει τον ισχυρό
του ανισχύρου ο φθόνος-

…………………

κι ο ποιητής
ως Διγενής ξιφομαχεί
τους δράκους των ανθρώπων



Οκτώβρης 2011

Wednesday, November 16, 2011

Κλέωνες



Παραδομένη η πλατεία
σε κάτι απίθανους
δημαγωγούς, σε κάτι Κλέωνες
που αναρριχήθηκαν
στην κομπορρημοσύνη ακροβατώντας
και στην συκοφαντία

Άνθρακες, που κόμιζαν οι θησαυροί
κοπανιστός αέρας οι λαγοί
και φρούδα πετραχήλια

τώρα κάνουν
όσα στους άλλους μέμφονταν
και έργα συνεχίζουν
που ενάντιά τους κάποτε
είχαν ξεσαλώσει

Τι κι αν εγράφησαν «Ιππείς»
τι κι αν εμίλησε κι ο Θουκυδίδης
μήπως εδιάβασε κανείς;
Σε χέρια φαύλων
και ημιμαθών η ιστορία

με του αιμοδιψή λαού την ανοχή
-που τους αρίστους από φθόνο παροπλίζει-
οι Κλέωνες ζουν και βασιλεύουν

……………………………………

Μονάχα λίγοι σώφρονες την κεφαλή
-με λύπη και περίσκεψη-
κουνάνε στην κατάντια
το κύρος λαχταρώντας το παλιό
ή έστω την επιστροφή
του μετριοπαθούς Διόδωρου…




Νοέμβρης 2011

Thursday, November 3, 2011

Κριτική εργασία στο έργο του Γιώργου Πύργαρη

της ΒΑΓΙΑΣ ΚΑΛΦΑ
-μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Οθωμανικών, Βυζαντινών
και νέων Ελληνικών σπουδών, στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμπιγχαμ-



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΥΡΓΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ

Επέλεξα την ποίηση του Γιώργου Πύργαρη, καθώς ήθελα το θέμα μου να αφορά στη σύγχρονη, κατά το δυνατόν, ποίηση και σε κάποιον συγγραφέα ο οποίος δεν έχει μελετηθεί σχεδόν καθόλου. Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος ποιητής δεν έχει εκδώσει κάποια συλλογή του παρά μόνο έχει δημοσιεύσει ποιήματα στο προσωπικό του ιστολόγιο αποτέλεσε μία παραπάνω πρόκληση για μένα.
Αυτό συνέβη γιατί από τα χρόνια των σπουδών μου είχα την εντύπωση πως ο κλάδος της νέας ελληνικής φιλολογίας και της συγκριτικής γραμματολογίας μπορεί να ανοίξει κι άλλο στο σύγχρονο κόσμο και, παράλληλα με τη μελέτη πτυχών των μεγάλων κλασικών έργων ή την ανάδειξη λησμονημένων δημιουργών του παρελθόντος, να συνδράμει ουσιαστικά τη σύγχρονή της γενιά συγγραφέων, απαντώντας σε όσους τη θέλουν μία επιστήμη ασφαλή κι ακίνδυνη –ίσως και γραφική- χωρίς αντίκρισμα. Ξεφεύγοντας από τον όποιο ελιτισμό της, δηλαδή, κι αξιοποιώντας τα μεθοδολογικά της εργαλεία, να αποτολμήσει κρίσεις για τους νεότερους, περιορίζοντας την τάση της να αποθέτει στο χρόνο (που είναι ένας σημαντικότατος δείκτης, αλλά όχι ο μόνος και σίγουρα όχι απρόσωπη έννοια) το φορτίο της καταξίωσης ή της απόρριψής τους. Όλα αυτά βέβαια, χωρίς να χάνει την επιστημονικότητά της και κάτω από μία επίφαση εκλαΐκευσης, να γίνεται φτηνή προώθηση κάποιων.
Ανάμεσα, λοιπόν, σε έναν μεγάλο αριθμό νέων ποιητών, αρκετοί από τους οποίους κεντρίζουν το ενδιαφέρον κυρίως για τις προσδοκίες που δημιουργούν για το μέλλον, επέλεξα τον Πύργαρη γι αρκετούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα, καθώς με εξέπληξε το γεγονός πως, παρά τις επαναλαμβανόμενες σε κάθε εποχή εξαγγελίες για το θάνατο της λογοτεχνίας και τη φθίση των μεγάλων πνευμάτων, βρήκα έναν ποιητή ο οποίος δε διστάζει να ανοίξει διάλογο και να σταθεί απέναντι στον Καβάφη, χωρίς να συντρίβεται. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όταν το κάνει, αυτές δείχνουν να είναι και οι πιο επιτυχημένες του στιγμές και ο ίδιος δείχνει να έχει μία ιδιαίτερη αγάπη στα ποιήματα που προκύπτουν. Δεύτερον, γιατί, δείχνει να είναι ήδη έτοιμος, πάνοπλος για δημιουργία, να έχει κατακτήσει τη δική του φωνή.
Έπειτα, γιατί πιστεύω πως έχει να πει πράγματα. Ειδικά στην εποχή μας ο λόγος του μοιάζει τρομακτικά επίκαιρος, χωρίς, ωστόσο, να χάνει την κλασικότητά του και να γίνεται εφήμερος, δημοσιογραφικός. Τέλος, κάτι το οποίο έχει να κάνει με καθαρά προσωπική οπτική, γιατί παρόλα αυτά, δεν έχει προχωρήσει ακόμα σε έκδοση, πράγμα που αποδεικνύει την σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει την τέχνη.
Η συγκεκριμένη εργασία στοχεύει στην παρουσίαση του μέχρι τώρα έργου του ποιητή, της θεματολογίας του, καθώς επίσης και στην ανάδειξη στοιχείων μορφής του με απώτερο σκοπό την ανάδειξη της ποιητικής του, αφ’ εαυτής αλλά και σε σχέση με τη γενιά του (τη γενιά του ’80).
Θα ξεκινήσω, παραθέτοντας κάποια βιογραφικά και εργογραφικά του στοιχεία τα οποία μου κατέθεσε ο ίδιος σε προσωπική επικοινωνία που είχα μαζί του, κι έπειτα θα τον εντάξω στη γενιά του: ο ίδιος την ονομάζει «γενιά μεμβράνης». Χρονικά, βρίσκεται στο μεταίχμιο της δεκαετίας του ’80 και του ’90 και καθώς δεν υπάρχει, καθόσον γνωρίζω, κάποια σύνοψη των χαρακτηριστικών της δεύτερης γενιάς μέχρι σήμερα, θα αναζητήσω τα στοιχεία της πρώτης γενιάς στο έργο του: τα κοινά που έχει μαζί της και κάποιες διαφορές οι οποίες ενδεχομένως θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως ερωτήματα για τις μετατοπίσεις (αν έχουν γίνει και προς ποια κατεύθυνση) της δεύτερης.
Λόγω έλλειψης χώρου, νύξεις θα γίνουν μόνο στις επιρροές και στο θεωρητικό υπόβαθρο του έργου, οι οποίες σκοπό έχουν να ενθαρρύνουν μία περαιτέρω μελέτη του. Ο χωρισμός της εργασίας σε δύο ενότητες, περιεχομένου και μορφής, είναι συμβατικός (αφού στην ποίηση, περισσότερο ίσως από οπουδήποτε αλλού τα δύο παραπάνω στοιχεία είναι αδιάσπαστα δεμένα μεταξύ τους, φωτίζοντας και συνδράμοντας το ένα το άλλο) και γίνεται μόνο για λόγους καλύτερης οργάνωσης και εποπτείας του υλικού.
Τέλος, στο επίμετρο που ακολουθεί δίνονται όλα τα ποιήματα για τα οποία έχει γίνει αναφορά, με τη σειρά με την οποία δίνονται από τον ποιητή και όχι με τη σειρά με την οποία σχολιάζονται εδώ.


Βιογραφικά- εργογραφικά στοιχεία

Ο Γιώργος Πύργαρης γεννήθηκε το 1965 στην Καλλιθέα Θηβών, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα, ενώ είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Τμήμα Οικονομικών και Νομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Την πρώτη λογοτεχνική απόπειρα την έκανε σε ηλικία 13-14 ετών, όταν ήταν εσώκλειστος στο οικοτροφείο αρρένων στη Θήβα. Όπως λέει ο ίδιος, γρήγορα τα παράτησε, θεωρώντας πως η ποίηση είναι για τους αδύναμους και πως η πραγματική ζωή είναι εκεί έξω. Στην τελευταία τάξη του λυκείου, ωστόσο, έγραψε ξανά, «κάποια αδέξια και άτεχνα ποιήματα». Η οριστική απόφαση ήρθε στο δεύτερο έτος των σπουδών του, οπότε και, «παρότι μποέμ», κλεινόταν αρκετά βράδια στο σπίτι και τον έβρισκε το ξημέρωμα γράφοντας. Ποιήματα αυτής τη περιόδου δεν έχουν σωθεί (εκτός από την «Σαπφώ» που περιλήφθηκε αργότερα στη συλλογήΜαθητεία), καθώς ο ίδιος, θεωρώντας πως δεν είχαν κάτι το ουσιαστικό να πουν, τα έκαψε. Έχει γράψει τρεις συλλογές, την Ωραιοδίνη (μία σειρά ποιημάτων, ολοκληρωμένη το 1997, για τον ανεκπλήρωτο έρωτα ενός άντρα για μία έφηβη- τη συλλογή την συστήνει ο ίδιος ως «Ωδή στην έφηβη»), τη Μαθητεία («μία προσπάθεια άρθρωσης της πρώτης φωνής», που περιλαμβάνει ποιήματα των ετών 1987- 2002) και τους Χαιρετισμούς(ολοκληρωμένη το 2005), με την οποία «χαιρετίζει και παρουσιάζει τη γενιά του («γενιά τη μεμβράνης») στον ελληνικό κόσμο». Από αυτήν ξεχωρίζει κάποια ποιήματα, όπως την τριλογία των «Θερμοπυλών», το «Νέο Θησέα», τον «Μινώταυρο» και τους «Ατελέσφορους», ποίημα που αναφέρεται «στο σοσιαλιστικό πείραμα του 20ου αιώνα». Το 2007 ολοκληρώνει τη συλλογή Σκοτεινά ποιήματα την οποία και μου συνόδευσε με ένα άρθρο του για μία ποίηση, όπως ονομάζει «open- mind». Το άρθρο αυτό παρά τις όποιες ενστάσεις μπορεί να διατυπώσει κανείς, έχει κάποια σημασία για την κατανόηση της ποιητικής του και κυρίως της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και τη δήλωση μιας μελλοντικής, ενδεχομένως, τάσης.
Από τις συλλογές εκδίδει, μόνο τη Μαθητεία το 2003, «μία αυτοέκδοση κακοτυπωμένη και βιαστική και με αρκετά ορθογραφικά λάθη, αλλά «και με αρκετά καλά ποιήματα σαν περιεχόμενο». Έκτοτε επέλεξε ως τρόπο επικοινωνίας το διαδίκτυο (ο ίδιος διατηρεί από το 2007 την προσωπική του ιστοσελίδα pirgaris.blogspot.com). Πέρα από δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικές σελίδες του διαδικτύου (ενδεικτικά αναφέρω τη σελίδαΠεριγραφής), έχει εκδώσει κατά καιρούς διηγήματα, άρθρα και ποιήματα στα λογοτεχνικά περιοδικά Ανατολικός και Ρωγμές, καθώς επίσης και το βιβλίο Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης- Το άγνωστο ολοκαύτωμα από την Τυπογραφική «μία ιστορική έρευνα για τον συγκεκριμένο οπλαρχηγό και για ένα άγνωστο στο ευρύ κοινό ολοκαύτωμα που έλαβε χώρα στη Βοιωτική γη, το φθινόπωρο του 1825».


Η έννοια της γενιάς και «η γενιά της μεμβράνης»

Επιλέγοντας τον συγκεκριμένο ποιητή, με προβλημάτισε ιδιαίτερα η ένταξή του σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Αν ανήκει σε κάποια γενιά της οποίας οι εκπρόσωποι παρά τη διαφορετικότητά τους μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Οι δυσκολίες εδώ έχουν να κάνουν αφενός με τον ίδιο τον όρο «γενιά» και αφετέρου με το γεγονός ότι ο ποιητής είναι σύγχρονός μας και η τέχνη του εν προόδω, κάτι που δυσχεραίνει ίσως την αποτίμησή της. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν έχει εκδώσει τα ποιήματά του με προβλημάτισε ως προς τη χρονολογική τοποθέτησή του κι αφού δεν υπάρχει ημερομηνία πρώτης έκδοσης, επέλεξα ως αφετηρία το έτος των πρωιμότερων ποιημάτων του (1987).
Έτσι, προτού περάσω στον όρο «γενιά μεμβράνης» του ίδιου, θεωρώ καλό να κάνω μία παρέκβαση για τον όρο γενιά και μία σύντομη αναφορά στην προβληματική του, η οποία δεν είναι καινούργια. Ο Τζιόβας παρατηρεί πως «η θεμελιώδης αρχή της λογοτεχνικής μας ιστορίας ήταν και παραμένει γενεαλογική» κι εξηγεί αμέσως παρακάτω πως «κάθε λογοτεχνική γενιά υποτίθεται ότι προκύπτει από την προηγούμενη είτε ως συνέχεια είτε ως αμφισβήτηση, εξασφαλίζοντας μία φαινομενική οργανική εξέλιξη και ομοιογένεια»[1].
Ο προβληματισμός μου εντοπίζεται σε αυτό το «υποτίθεται». Και αν η απάντηση είναι καταφατική, αν δηλαδή κάθε γενιά προκύπτει από την προηγούμενη στην οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απαντά, τι είναι αυτό που σηματοδοτεί το πέρασμα από την προηγούμενη γενιά στην


________________________________________
[1] Βλ. «Η ποίηση του Καρυωτάκη ως πρόκληση στο μοντερνισμό», σ.σ. 171-194: 171 στο Δημήτρης Τζιόβας, Από τον λυρισμό στον μοντερνισμό, Νεφέλη, Αθήνα 2005


επόμενη; Ένας πρωτοπόρος[1] δημιουργός ίσως; Και κάθε πότε συμβαίνει αυτό το πέρασμα; Πότε «νομιμοποιούμαστε» να βλέπουμε τομές και πού συνίστανται αυτές, στην αμφισβήτηση απαραίτητα;
Σύμφωνα με τον Vitti γενιά είναι «μία ομάδα λογοτεχνών που παρουσιάζονται νέοι, με πρωτοποριακές φιλοδοξίες, με διάθεση να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν ή τουλάχιστον να διαφοροποιηθούν από αυτό και από την κατεστημένη τάξη. Που αποβλέπουν σε θέματα και μορφές νέες και ομοιογενείς, στηριγμένες σε εμπειρίες κοινές, βιωμένες με κάποια συγγένεια»[2]. Συνεκτικό στοιχείο της γενιάς κατά τον κριτικό φαίνεται να είναι η συνείδηση των δημιουργών ότι ανήκουν από κοινού σε μία ομάδα με κοινό στόχο (να διαφοροποιηθούν από την προηγούμενη γενιά) και, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ομοιότητα στους τρόπους και τα μέσα επίτευξής του. Ο παραπάνω ορισμός, ωστόσο, μοιάζει προβληματικός από τη στιγμή που δεν ορίζει ποιος βαθμός ομοιότητας κρίνεται επαρκής για να μπορεί να μιλήσει κανείς για γενιά. Κι έπειτα, τοποθετώντας το ζήτημα στο επίπεδο της πρόθεσης, δείχνει να μην εξηγεί τι συμβαίνει στην περίπτωση συγγραφέων των οποίων η ομοιότητα είναι τυχαία και οι ίδιοι δεν έχουν κάποια διάθεση ένταξης σε μία ομάδα, ή που δεν έχουν δηλώσει την ποιητική και τους στόχους τους με κάποιο τρόπο, όπως συνέβη με τη γενιά του τριάντα (βλ. και το δοκίμιο- μανιφέστο του Θεοτοκά), κάτι το οποίο δικαιολογείται σε κάποιο βαθμό από τη στιγμή που ο κριτικός δείχνει να ορίζει τη «γενιά» με τα χαρακτηριστικά της εποχής που μελετά.


________________________________________
[1] Χρησιμοποιώ τον όρο «πρωτοπόρος» (τον οποίο προτιμώ από τον «μοντέρνο» του Βαγενά (Νάσος Βαγενάς, Για τον ορισμό του μοντέρνου στην ποίηση, Στιγμή, Αθήνα 1984, σελ. 14) παρότι φαίνεται να χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι (ό.π., σελ. 14), προς αποφυγή σύγχυσης με τον όρο «μοντερνιστής» και καθώς ο άλλος όρος «σύγχρονος» που προτείνει ως αντίστιξη δε με ικανοποιεί αρκετά από την άποψη πως «σύγχρονος» μπορεί να είναι και ένας οποιοσδήποτε ποιητής που γράφει την ίδια περίοδο με έναν κριτικό. Θα κρατήσω, ωστόσο, τα τέσσερα (μορφικά) χαρακτηριστικά τα οποία βλέπει στο μοντέρνο (ό.π., σελ. 16) τα οποία και θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω στην ποίηση του Πύργαρη. Ως προς το περιεχόμενο θα ) με την έννοια που του αποδίδει ο Charles Russell (Charles Russell, Poets,Prophets and Revolutionaries: The literary Avant-garde from Rimbaud throughPostmodernism, New York, Oxford University Press 1985, σελ. ix: Δημήτρης Τζιόβας, ό.π., σελ.173), διακρίνοντάς τον από τον όρο «μοντερνισμός». Σύμφωνα με αυτόν, οι πρωτοπόροι εμφανίζονται «πιο ριζοσπαστικοί και νιχιλιστικοί στην απόρριψη των κοινωνικών αξιών και των αισθητικών πρακτικών των προηγούμενων, αλλά και των σύγχρονων», ενώ οι μοντερνιστές είναι πιο συντηρητικοί και προσπαθούν να διατηρήσουν την παράδοση της υψηλής τέχνης που θα υπερβεί ή θ’ αναστείλει την κοινωνική και ιστορική διάβρωση». Ως χαρακτηριστικούς αντιπροσώπους της πρωτοπορίας ο Τζιόβας θεωρεί τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη, ενώ τους Σεφέρη και Ελύτη τους κατατάσσει στον μοντερνισμό. Περισσότερα γι αυτό το θέμα δες παρακάτω.
[2] Βλ. Mario Vitti, Η γενιά του Τριάντα. Ιδεολογία και μορφή, Ερμής, Αθήνα, 1977, 1979 (2), «Τι εννοούμε με τη ‘Γενιά του Τριάντα’»


Η Αποστολίδου[1], από την πλευρά της, γράφει πως σύμφωνα με τον Παλαμά, «ο όρος ‘σχολή’» είναι αυτός ο οποίος –αντίθετα με τον Vitti- «προϋποθέτει μία κοινότητα λογοτεχνών με στενούς δεσμούς και καθορισμένες σχέσεις μεταξύ τους, σύμπτωση στις γενικές αντιλήψεις για την τέχνη και καλλιέργεια ορισμένων ποιητικών τρόπων». Οι λογοτέχνες μίας ‘γενιάς’, αντίθετα, «αν και συνήθως διατηρούν σχέσεις μεταξύ τους, ακολουθούν χωριστούς ποιητικούς δρόμους. Το κυριότερο συνεκτικό τους στοιχείο είναι η κοινή –και νεοτεριστική συνήθως- ιδεολογική τους στάση απέναντι σε μερικά ζητήματα που επανειλημμένα απασχόλησαν την ελληνική πνευματική ζωή: τη σχέση με το παρελθόν και την παράδοση, τη σχέση με τη Δύση, τη γλώσσα».
Από τον παραπάνω ορισμό βλέπουμε πως ο ποιητής θεωρεί τον όρο γενιά με τη βιολογική σημασία του. Σύμφωνα με αυτόν, σε μία γενιά ανήκουν (διστάζω να πω «όλοι») οι δημιουργοί οι οποίοι παρουσιάζουν μία εγγύτητα ως προς τις ημερομηνίες γέννησης και (πρώτης) έκδοσης του πρώτου έργου τους. Κι ενώ ο όρος «σχολή» με αυτόν τον τρόπο μοιάζει «ασφαλής» (όσο μπορούμε βέβαια να μιλάμε για ασφάλεια στη μελέτη μιας τέχνης κατεξοχήν ανατρεπτικής των σχηματοποιήσεων), μέσα στη όποια σχετικότητά του (ίσως μάλιστα λόγω αυτής της σχετικότητας να είναι και ασφαλής: ο Παλαμάς μιλά για «σύμπτωση» αντιλήψεων και τρόπων, προσπερνώντας τον σκόπελο της πρόθεσης, ενώ το «ορισμένων» αφήνει την ίδια ρευστότητα με αυτήν που παρατηρούμε αργότερα στον ορισμό του Vitti), ο όρος «γενιά» δείχνει να μένει ξεκρέμαστος. Αυτό συμβαίνει γιατί δημιουργεί έναν άλλο προβληματισμό, ο οποίος θέτει, τελικά, σε αμφισβήτηση τη χρησιμότητά του: έχει αξιολογικό χαρακτήρα ή όχι (και εδώ αφήνω στην άκρη την εύκολη και αυθαίρετη υπόθεση πως η ίδια η αξία του Παλαμά ως ποιητή προϋποθέτει και εξασφαλίζει αυτόματα και την αξία των ποιητών που μπαίνουν κάτω από τον όρο);
Αρνητική είναι η απάντηση που δίνει στο ερώτημα ο Κάσσος[2], υποστηρίζοντας πως «ο όρος ‘γενιά’ δεν είναι ‘αισθητικό εύσημο’».


________________________________________
[1] βλ. Βενετία Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σελ. 247
[2] Βλ. Βαγγέλης Κάσσος, «Εκείνος ο αταίριαστος αδελφός μας τι έχει απογίνει; (Αναφορά στους ποιητές της γενιάς του ’70)», Σχολιαστής, τχ. 52, Ιούλιος 1987: υποσημ. 1, σελ. 203, Γαραντούδης ό.π.) και «Ο όρος ‘γενιά’ δεν είναι αισθητικό εύσημο’, στο Γαραντούδης, υποσημ.2 «Η συνεπής χρονολόγηση, κάθε δέκα ή δώδεκα το πολύ χρόνια, ιδιαίτερα στην εποχή μας, που συγκλονίζεται από πρωτόγνωρες ταχύτητες στην εξέλιξη των ανθρωπίνων πραγμάτων και των αναπόφευκτων επιρροών τους στη λογοτεχνία θα έλεγα ότι μάλλον αίρει τη σύγχυση, παρά την προκαλεί. Υπάρχουν μάλιστα, νεότεροι Γερμανοί θεωρητικοί, που έχουν εισηγηθεί γενεαλόγηση ανά πενταετία».



Αντίθετα, η απόδοσή του θα πρέπει να γίνεται συχνά και με όρους βιολογικούς προς διευκόλυνση της επιστήμης, ώστε οι μελετητές των δημιουργών να έχουν μία κατά το δυνατόν καλύτερη εποπτεία του υλικού τους, μακροσκοπικά (βλέποντάς τους ενταγμένους σε ένα πλαίσιο, θα συμπλήρωνα) και μικροσκοπικά (εξετάζοντας την ιδιαιτερότητα της κάθε περίπτωσης μες στη γενιά, τις αποκλίσεις της από τον κανόνα). Για το σκοπό αυτό δε διστάζει να προτείνει χρονολόγηση των γενεών ανά δεκαετία ή ακόμη και πενταετία.
Προσωπικά πιστεύω πως μία τέτοια χρονολόγηση εκβιάζει τις εξελίξεις και προϋποθέτει πως εντός κάθε δεκαετίας θα υπάρχουν οπωσδήποτε τομές χωρίς να εξηγεί επαρκώς το λόγο για τον οποίο πιστεύει πως θα πρέπει να συμβαίνει αυτό. Η αιτιολόγηση περί «πρωτόγνωρων ταχυτήτων» δε με καλύπτει, εφόσον θεωρώ πως για κάθε γενιά οι όποιες αλλαγές έχουν έτσι κι αλλιώς έναν κάποιο βαθμό ταχύτητας, η πρόσληψη της οποίας δεν είναι εντελώς άσχετη από τις προσλαμβάνουσες και τη σχετικότητα της οπτικής γωνίας του παρατηρητή (συνήθως η παλαιότερη γενιά είναι αυτή που, αδυνατώντας ή δεν θέλοντας να παρακολουθήσει τις αλλαγές, μιλάει για πρωτόγνωρο κόσμο).
Επιπλέον, μία τέτοια συχνότητα κατάταξης, αν εφαρμοζόταν, θα ήταν πολύ σχηματική, μειώνοντας πιθανόν, παρά τον ισχυρισμό από τον ποιητή για το αντίθετο, τις ουσιαστικά μεγάλες τομές και καθυστερώντας την ανάδειξη των σπουδαιότερων ποιητών μέσα στο πλήθος όσων ασχολούνται με τη συγγραφή την ίδια περίοδο και εγγράφονται σε αυτήν, με έναν τρόπο, ληξιαρχικό, που δεν αρμόζει σε επιστήμη. Όπως γράφει και ο Γαραντούδης, συμφωνώντας με την Κρανάκη[1], κάθε ένταξη των δημιουργών σε γενιά (όπως και αναγνώρισή τους ως τέτοιων) οφείλει να εμπεριέχει και την αισθητική αποτίμηση, αφού «μετέχει από κοινού στη φιλολογία και την κριτική, αν δεν θέλει να είναι ένα είδος απλού και ανούσιου βιογραφικού και εργογραφικού λεξικού λογοτεχνών».
Από τα παραπάνω ετοιμαζόμουν να μιλήσω για λογοτεχνικό κανόνα, για την τάση μιας εποχής, εννοώντας το σύνολο εκείνο των στοιχείων που


________________________________________
[1] Βλ. Μιμίκα Κρανάκη, «Φαινομενολογία της ‘γενιάς’», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τ. 6, τχ. 3, 1954, σ.σ. 278-283: 280 στο «Επίμετρο», σελ. 197: Ευριπίδης Γαραντούδης,Ανθολογία Νεότερης Ελληνικής ποίησης, 1980-1997. Οι στιγμές του Νόστου, Νεφέλη, Αθήνα 1998. «Ορθά, λοιπόν, παρατήρησε η Κρανάκη ότι η ‘γενιά’ θα πρέπει να αποκρυσταλλώνει μια κοινή δημιουργική δράση, ικανή (η υπογράμμιση δική μου) να επιφέρει αλλαγές στο λογοτεχνικό και όχι να προηγείται σε σχέση με αυτήν».


χαρακτηρίζουν την πλειονότητα των ποιητών και τους φέρνουν κοντά με ή χωρίς την ύπαρξη πρόθεσης και διάθεσης για ένταξη σε μία ομάδα. Ανάλογα έπειτα από την εναρμόνιση ή την απόκλιση από αυτό τον κανόνα θα ονόμαζα περισσότερο παραδοσιακούς ή πρωτοπόρους τους σύγχρονους δημιουργούς και στην προκειμένη περίπτωση τον Πύργαρη. Ως προς το ποιοι θα ήταν οι δημιουργοί που θα καθόριζαν τον κανόνα, θα απαντούσα αυτοί που έχουν μία ταυτότητα και μία αξία η οποία θα αξιολογούνταν συγκριτικά με τους υπόλοιπους, αλλά και αφ’ εαυτής με κάποια κριτήρια (την πρόκληση αισθητικής συγκίνησης, την πυκνότητα του λόγου, το κατά πόσο θέτει ερωτήματα γύρω από το φαινόμενο της λογοτεχνίας, την επίδραση που ασκεί στους συγχρόνους του), πράγμα το οποίο θα μετέθετε το ζήτημα αλλού και εκτός του στόχου της παρούσας εργασίας. Από μία ενδεχόμενη υπεκφυγή με απέσπασε ο ίδιος ο ποιητής, ο οποίος σε προσωπική επικοινωνία που είχα μαζί του, μου ανέφερε ρητά πως θεωρεί τον εαυτό του εκπρόσωπο μίας γενιάς την οποία και ονομάζει «γενιά μεμβράνης», επαναφέροντας το αρχικό μου ερώτημα περί (σύγχρονης) γενιάς.
Ο Πύργαρης χρησιμοποιεί τον όρο «γενιά της μεμβράνης» για τους ποιητές που ανδρώθηκαν κυρίως το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα και αναφέρεται όχι τόσο στον εντοπισμό κοινών στοιχείων σε ό,τι αφορά στην ποιητική τους (αναγνωρίζει τις διαφορές τους), αλλά στην ύπαρξη και λειτουργία κοινών συνθηκών της εποχής που συνέβαλαν, ως καταβολές, στη συγκρότηση ενός ιδιαίτερου ψυχισμού. Οι ποιητές αυτοί, σύμφωνα με τον ίδιο, λόγω ηλικίας δεν συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα των προηγούμενων χρόνων (σταθμό στον αιώνα θεωρεί την εμφάνιση των μαρξιστικών ιδεών και την καλλιέργεια μιας πίστης για έναν κόσμο ισότητας, δικαιοσύνης και κοινωνικού οραματισμού και στη συνέχεια τη διάψευση αυτού του οράματος και τον επακόλουθο εμφύλιο με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα βασανιστήρια, τις εξορίες και τις εκτελέσεις). Παρόλα αυτά, άκουσαν τις διηγήσεις όσων είχαν διαψευστεί και υποφέρει, οι οποίοι διατηρούσαν, σύμφωνα με τον ίδιο κάποια ελπίδα ακόμη για αλλαγή της κατάστασης. Η οριστική συντριβή για εκείνον τοποθετείται χρονικά εκεί κάπου στη δεκαετία του 1980 κι κυρίως στο 1990 (αναφέρει δύο φορές με έμφαση την ημερομηνία), οπότε και η γενιά που τη βιώνει, σιωπηλή πιο πριν, λίγο πριν το γύρισμα του αιώνα, αναλαμβάνει, όντας πιο ψύχραιμη και περισσότερο αποστασιοποιημένη
ψυχικά από τις προηγούμενες, το βάρος της αποτίμησης της κατάστασης, «της παρακαταθήκης», όπως λέει.
Στο μεταίχμιο δύο αιώνων, συνεπώς, η γενιά λειτουργεί ως «μεμβράνη ή αλλιώς διηθητικό χαρτί που έχει τη δύναμη να μεταφέρει στον εικοστό πρώτο το ιδιαίτερο αποτύπωμα του εικοστού, αφού τον διυλίσει πρώτα μέσα της, κρίνει το άξιο που πρέπει να περάσει στην άλλη πλευρά και παράγει την άξια κληρονομιά της». Χαρακτηριστικό της γενιάς επίσης είναι η κατανόηση των λειτουργιών του διαδικτύου και η αξιοποίησή των δυνατοτήτων του στη διάδοση της λογοτεχνίας, κάτι που, όπως λέει ο ίδιος, δεν είναι μόνο ένα εξωτερικό στοιχείο, ένα ακόμη μέσο πέρα από το χαρτί (είναι και αυτό), αλλά και ζωτικής σημασίας για την ελεύθερη έκφρασή της, αφού την αποδεσμεύει από το κέντρο και την πίεση των λογοτεχνικών κύκλων με τους όρους που θέτουν για ένταξη και προβολή των νέων:
"Η «γενιά μεμβράνη» λοιπόν, έχει αρχίσει ήδη να μιλά. Η «γενιά μεμβράνη» επιτέλους συγκροτείται. Συγκροτείται άναρχα με την αρμονία του δάσους. Σα τα τζιτζίκια οι ποιητές της, τραγουδάνε γιατί δε μπορούν να κάνουν αλλιώς. Άλλος στον Έβρο, άλλος στη Θεσσαλονίκη, άλλος στην Καρδίτσα, την Αθήνα, το Αργος και τη Κρήτη. Ακόμη και στη Κύπρο. Σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας ίσως και του εξωτερικού. Μέσα στο διαδίκτυο, που είναι πια ένα μεγάλο χωριό. Γιατί είναι και αυτό ένα χαρακτηριστικό της «γενιάς μεμβράνης». Ότι αναδύεται αργά και σταθερά και μέσα από το διαδίκτυο, εκτός από τους παραδοσιακούς τρόπους που επιλέγει κατά περίπτωση ο καθένας. Αναδύεται τραγουδώντας πάνω σε δέντρα-blog, τραγούδι λεύτερο. Και από το τελευταίο χωριουδάκι της Ελλάδας ή ακόμα και του εξωτερικού, μπορεί κανείς να τραγουδήσει και να ακουστεί η φωνή του. Είναι η πρώτη γενιά, που εξ’ αιτίας του διαδικτύου, δε χρειάζεται να συχνάζει στα λογοτεχνικά καφενεία των Αθηνών για να «υπάρχει». Δε χρειάζεται να φιλήσει κανείς ευλαβικά τα χέρια κάποιου παραδοσιακού τάχα πατριάρχη ή μέντορα για να λάβει λογοτεχνική υπόσταση. Μοναδικό κριτήριο το τραγούδι του, που είναι πια στη διάθεση της συλλογικής κρίσης και της ιστορίας. Και αυτό, ίσως ενοχλεί πολλούς"

Μεταξύ των ποιητών που ο ίδιος εκτιμά και θεωρεί ότι ανήκουν στη «γενιά μεμβράνης» είναι οι Γιάννης Ρηγόπουλος, Θοδωρής Βοριάς, Έκτωρ Πανταζής, Σωκράτης Ξένος o Θεοδόσης Βολκώφ ο Γιώργος Ανυφαντής και φυσικά άλλοι που πιθανόν να του διαφεύγουν αυτήν την στιγμή.
Παρά τις όποιες ενστάσεις, κάποιες από τις οποίες αφορούν στη σχέση της ιστορικο-κοινωνικής πραγματικότητας με τη λογοτεχνία[1] και σε θέματα ιστορίας της λογοτεχνίας και, πιο συγκεκριμένα περιοδολόγησης[2], οι οποίες δε μας προβληματίζουν από τη στιγμή που ο ποιητής χρησιμοποιεί τον όρο προς δική του διευκόλυνση, τα παραπάνω είναι χρήσιμα για να γνωρίσουμε καλύτερα την ποιητική του και να τον εντάξουμε χρονικά, όπως ο ίδιος δείχνει να επιθυμεί, στο μεταίχμιο 1980-1990.
Άνδρωση λοιπόν κατά το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα, οπότε λογοτεχνικά κυριαρχεί η λεγόμενη γενιά της αμφισβήτησης (η γενιά του ’70), με τις αντιεξουσιαστικές της τάσεις (τότε, κατά τον Μερακλή, ωριμάζει και η έννοια του ανένταχτου[3]) και μία αντίδραση στην δήθεν κουλτούρα, κατά την επιρροή του κινήματος των χίπις στην Αμερική[4]. Σιωπή, καθώς κατά τα παιδικά χρόνια η γενιά αυτή γνωρίζει τη δικτατορία και συγχρόνως διάθεση γι αποτίμηση των καταστάσεων με μία νηφαλιότητα μεγαλύτερη από την προηγούμενη γενιά και απέναντι στα ιστορικά γεγονότα, αλλά και απέναντι στις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις. Λογοτεχνικά, λοιπόν, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της γενιάς του ’80-’90 (είναι μία γενιά;);
Σύμφωνα με την οξυδερκή παρατήρηση του Παντελή Μπουκάλα[5], χαρακτηριστικά αυτής της γενιάς είναι: «υποχώρηση της στρατευμένης ποίησης, που όμως δεν οδήγησε σε εξάλειψη της ποίησης κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού αλλά σε αναδίπλωσή της, σε αλλαγή του τόνου και σε εσωτερίκευσή της. Αύξηση των ποιημάτων ποιητικής που στην πλειονότητά τους θεωρούν και αποτιμούν την ποιητική λειτουργία με περίσκεψη, πίκρα και ειρωνεία. Επίταση της διακειμενικότητας και πολλαπλασιασμός των γλωσσοκεντρικών ποιημάτων. Επικράτηση της


________________________________________
[1] Ο ποιητής δείχνει να θεωρεί δεδομένη την επίδραση της εξωτερικής πραγματικότητας και των συνθηκών της στο δημιουργό, ο οποίος και θα πάρει οπωσδήποτε θέση απέναντί της, αποτιμώντας την, αποκλείοντας την εκδοχή να στραφεί στον εαυτό του και σε όψεις πιο εσωτερικές.
[2] Προσπαθώντας να δώσει το στίγμα της γενιάς του και να την διαφοροποιήσει από τις προηγούμενες, κάνει μία διάκριση ανάμεσα σε συμμετάσχοντες και μη στις ιστορικές εξελίξεις. Τους πρώτους, ωστόσο, τους βλέπει γενικευτικά, καθώς δεν προχωρά σε επιπλέον διάκρισή τους ανάλογα με βάση το κριτήριο που έθεσε περί συμμετοχής. Έτσι είναι η γενιά πριν από αυτήν της «μεμβράνης» και όχι η γενιά της αντίστασης (του ’50), της ήττας ή του άγχους (του ’60) και της αμφισβήτησης (του ’70).
[3] Βλ. Μιχάλης Μερακλής, Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, 1945- 1980, Μέρος πρώτο: Ποίηση, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1987, σελ.12
[4] βλ. Μερακλής, ό.π. σελ.13
[5] Βλ. Παντελής Μπουκάλας, «Οι ποιητές σαν περιηγητές ερειπίων», Η Καθημερινή, 25 Ιουνίου 1996 στο Γαραντούδης, ό.π. σελ.217


αστικής δημοτικής και συνεπώς άμβλυνση της ποιητικής χρήσης γλωσσικών τύπων, είτε της καθαρεύουσας, είτε υπαίθριων ιδιωμάτων, καθώς και εμπλουτισμός του ποιητικού λεξιλογίου με ξενόφερτες και απορριπτέες στο παρελθόν (καθότι βωμολοχικές) λέξεις. Μείωση των αρχαιοελληνικών και ιστορικών αναφορών και δανείων, η οποία συνδυάζεται με την ροπή προς ένα μη ελληνοκεντρικό αλλά αποεθνικοποιημένο ποιητικό λόγο. Ο περιορισμός της εποπτείας του ποιητικού χωροχρόνου στο ατομικό και ακέραιο στοιχείο, κατά συνέπεια σπανιότητα συνθετικών ποιημάτων. Αντιμετώπιση της πεζολογίας της μεταπολεμικής ποίησης με τη ρυθμική οργάνωση του ελεύθερου στίχου, που παραμένει η κυρίαρχη μορφή. Ελάττωση των ολικών θεωρήσεων και οραματικών ανασυστάσεων του κόσμου και προσήλωση της ποιητικής προσοχής σε μία μόνο όψη του, ικανή να ειδωθεί και να αποτυπωθεί ποιητικά μ’ ένα λόγο ήσσονος τόνου».
Παρακάτω θα επιχειρήσω, ξεκινώντας από τον ίδιο τον ποιητή και το έργο του, να δω ποια χαρακτηριστικά από αυτά που εντοπίστηκαν παραπάνω διακρίνονται στην ποίησή του (χωρίς πρόθεση βέβαια να το προσαρμόσω με ακροβασίες σε έτοιμα θεωρητικά σχήματα). Έτσι, τη θέση των τίτλων έχουν πάρει τα στοιχεία αυτά κι ανιχνεύεται η θέση τους.


Στοιχεία περιεχομένου:

Α) Ο ποιητής ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό

Η γενιά του ’80 έχει χαρακτηριστεί κατεξοχήν ως η γενιά του «ιδιωτικού οράματος»[1], μία γενιά που, έχοντας απεμπολήσει το κοινωνικό όραμα στο οποίο στρατεύτηκε παλαιότερα ενεργά μεγάλο μέρος του κοινωνικού σώματος[2], έχει αναγορεύσει το άτομο σε πρωταρχική αξία. Ο λόγος μίας τέτοιας γενιάς είναι κλειστός στον εαυτό του, με μεγάλη δόση υποκειμενισμού. Μετριοπαθέστερος στην κρίση του και λιγότερο αφοριστικός, ο Μπουκάλας, δείχνει να συμφωνεί ως προς την υποχώρηση της στράτευσης, χωρίς ωστόσο να αφαιρεί από τους ποιητές του ’80 τον κοινωνικό προβληματισμό. Για εκείνον, η αλλαγή απέναντι στην πραγματικότητα της στάσης των δημιουργών (την ονομάζει «αναδίπλωση») είναι ζήτημα τόνου.
Σε κάθε περίπτωση, ο Πύργαρης θεωρώντας τον εαυτό του ξεκάθαρα εκπρόσωπο μίας γενιάς (βλ. και ως τίτλους μόνο «Της γενιάς μου», «Η μοίρα μας») και τη λογοτεχνία τρόπο να πάρει κανείς θέση στα πεπραγμένα και να αποκαλύψει/ αποτιμήσει καταστάσεις, όχι μόνο δεν αναδιπλώνεται, ρίχνοντας τους τόνους, αλλά σταδιακά, όσο νιώθει τον εαυτό του έτοιμο, μετατοπίζει το βάρος από την ιδιωτική σφαίρα στη δημόσια, ενώ γίνεται και πιο άμεσος και καυστικός απέναντι σε ό,τι τον κάνει να δυσφορεί.
Έτσι, ενώ ξεκινά με ποιήματα πιο εξομολογητικά και λυρικά, που αφορούν στον έρωτα (ολόκληρη η συλλογή Ωραιοδίνη), προοδευτικά ο προβληματισμός του στρέφεται έξω από εκείνον και την «ιδιωτική θλίψη» του και αγγίζει τον κόσμο, κάτι που γίνεται εμφανές στον Χαιρετισμό και ακόμη περισσότερο στα Σκοτεινά ποιήματα: ο ποιητής προβληματίζεται φανερά για τη θέση και το χρέος της γενιάς του απέναντι στους προγόνους και τις μελλοντικές γενιές, του ίδιου του δημιουργού, τη φτώχεια[3], σαρκάζει τη ματαιότητα των ανθρώπινων έργων[1], τον αποπροσανατολισμό και την μετατροπή του κόσμου σε ακίνδυνη μάζα, λεία των ισχυρών από δημαγωγούς[2].


________________________________________
[1] Βλ. Ηλίας Κεφάλας, «Η γενιά του ιδιωτικού οράματος. (Νέες εμφανίσεις στην ποίηση)»,Νέες Τομές, τχ. 5 (97), Απρίλιος-Ιούνιος 1986 και του ίδιου Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Η δεκαετία του 1980. (Ιδιωτικό όραμα), Αθήνα, Νέα Σύνορα 1989, Β.Δ. Αναγνωστόπουλος, Μοναχικές αναγνώσεις. Το ιδιωτικό όραμα και η ποίηση. Ανθολογία, Βιβλιογονία, Αθήνα 1993 στο Γαραντούδης, ό.π. σελ. 202 κ.ε. καθώς επίσης και τις σχετικές αντιδράσεις στον όρο των Δαβέττα και Χατζηβασιλείου (ό.π. σελ.210, υποσημειώσεις 6 και 4 αντίστοιχα)
[2] Βλ. Γαραντούδης, ό.π. σ.σ.208-209
[3] Βλ. «Οι Πέρσες»



Β) το παρελθόν ως παρακαταθήκη: το παρελθόν της ιστορίας και το παρελθόν της ποίησης


Ο Πύργαρης βλέπει τη γενιά του ως μία γενιά χωρίς ιστορία και χωρίς μνήμη, που έχει εξασθενίσει να φυλάει «Θερμοπύλες» (το εξαιρετικά επίκαιρο ποίημα παρατίθεται στο επίμετρο), οι οποίες δείχνουν να μην έχουν την αξία που θα ήθελε να πιστεύει. Ο Ξέρξης μοιάζει να μην ενδιαφέρεται να έρθει, ή μπορεί ακόμα και να έχει περάσει και να έχει κατακτήσει τις Θερμοπύλες με τόση δεξιοτεχνία, που οι υπερασπιστές της να μην το έχουν καν καταλάβει.
Η γενιά του Πύργαρη, είναι μία γενιά διψασμένη για επιτεύγματα, για κάτι μεγάλο το οποίο αν και δεν είναι κατ’ ανάγκη κατάκτηση, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία σπουδαία διατήρηση, παρ’ όλα αυτά αντί για τους Πέρσες, μάχεται, όπως λέει, τα κουνούπια και αντί για ασπίδες κρατά «Αουτάν».
Έχοντας υποψιαστεί πως οι μάχες πια δίνονται ιδιωτικά και πάντα για την εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων, από ισχυρούς που χρησιμοποιούν τους αγωνιστές ως πρόσχημα, με σαρκασμό και πικρία αντιλαμβάνεται πως είναι κι αυτός ένας από τους παροπλισμένους (και από την αρχή αφοπλισμένος) και, ένοχος, σκέφτεται ως λύση τη λιποταξία, αφού δεν μπορεί να αντικρίσει τον πατέρα που περιμένει μάταια στο καφενείο πάνω από μια εφημερίδα να μάθει νέα του, ούτε τη μητέρα, η οποία έχει γεράσει στην αναμονή. Το περήφανο «ή ταν ή επί τας» των προγόνων, έχει πάρει τη μορφή ενός (ψευδο) διλήμματος τρέλας ή θανάτου- νίκη δεν υπάρχει ή σωτηρία. Ένας εχθρός πιθανός είναι πια και ο σύντροφος.
Βλέπει έτσι μία ολόκληρη νέα γενιά, αφενός, να μην μπορεί να δικαιώσει την προηγούμενη[3] και, αφετέρου, να χαιρετίζει με αμηχανία και ενοχή τη νεότερη που δεν μπόρεσε να της προσφέρει τον καλύτερο κόσμο που άξιζε[1].
Είναι «Οι νέοι Ρωμαίοι»


________________________________________
[1] Βλ. τον «Κολοσσό» από τα Σκοτεινά ποιήματα
[2] Βλ. «Η εκδήλωση» από τα Σκοτεινά ποιήματα, όπου το ακροατήριο παρακολουθεί σε ένα αμφιθέατρο ριγμένο στο βυθό, τον ομιλητή που μιλάει για κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για έννοιες που καθόλου δεν πιστεύει, και τελικά χωρίς να το καταλάβει, ακινητοποιημένο κι αποπροσανατολισμένο καθώς είναι, τον καταβροχθίζουν οι καρχαρίες
[3] Η έννοια της δικαίωσης τον βασανίζει αρκετά, βλ. και «Η σόμπα» (Χαιρετισμός)


Σκλάβοι που ζουν
την απόγνωση μιας ειρήνης οικτρής
σκλάβοι που ζουν
την απουσία δοξασμένων θανάτων
γερά δεμένοι
σε αλυσίδες δανείων
και χειροπέδες
μηνιαίων λογαριασμών

ωχροί ασθμαίνοντες
αναλώσιμοι σκλάβοι
οσφυοκάμπτες και σιωπηλοί
-προπαντός σιωπηλοί-
το ιδρωμένο τους νούμερό
σφιχτά βαστώντας
αναμένουν καρτερικά
στα σύγχρονα Νταχάου
σε υπηρεσίες και τράπεζες
σε δρόμους και νεκροταφεία
σιωπηλοί στη σειρά τους
σιωπηλά να τους θάψουν[2]

Λογοτεχνικά, υπάρχει, όπως παρατηρεί ο Μπουκάλας, «επίταση της διακειμενικότητας», μία θαρραλέα συνομιλία με το λογοτεχνικό παρελθόν (η οποία, κατά τη γνώμη μου αξίζει να μελετηθεί και για την οποία, λόγω έκτασης, μόνο νύξεις μπορώ να κάνω με τον κίνδυνο να χαρακτηριστούν ατεκμηρίωτες): εμφανέστερα με το Γιώργο Σεφέρη[3], τον Ελύτη[4], ακόμη πιο ρητά με τον Καβάφη[5] (από τον οποίο όχι μόνο δε συντρίβεται, αλλά μέσα από το διάλογο μαζί του δίνει και μερικά από


________________________________________
[1] Βλ. σχετικά «Ακριβογιός», «Ο βράχος»
[2] Το ποίημα θυμίζει έντονα εκείνο του Κάσσου, γραμμένο λίγα χρόνια νωρίτερα: Όλ’ η ζωή μου πέρασε/ σε μια στενή αίθουσα αναμονής.// Παντού έμαθα και περιμένω/ στα σχολειά στους σταθμούς/ στα δημόσια γραφεία στους δρόμους/ πάντοτε έπρεπε να περιμένω/ μέσα σε νυχτωμένες αναμονές/ μέσα σε απολιθωμένους υπολογισμούς/ έπαιξα τα χρόνια μου/ και τα ’χανα περιμένοντας/ δίχως να ξέρω τι… («Ποίηση ’80). Στον ίδιο θεματικό κύκλο ανήκει και το «Νέοι Αττικισταί», όπου επικρατεί η ειρωνεία και ο σαρκασμός στη θέση της περίσκεψης και της πικρίας
[3] Βλ. «Με τον τρόπο του Γ.Σ.»
[4] Βλ. «Το πρώτο του κόσμου δάκρυ»
[5] Βλ. «Θερμοπύλες», «Πέρσες», «Λιποταξία»


τα πιο επιτυχημένα ποιήματα του[1]), αλλά και με την αμέσως προηγούμενη γενιά (Καραβίτη[2], Καρατζόγλου[3], Υφαντή[4]), ενώ κάποιες φορές, όπως αναφέρω παρακάτω, αφορμάται από μία φράση ή ένα στίχο του Εγγονόπουλου που είτε αντιστρέφει είτε παραλλάσσει και προτάσσει στη συνέχεια ως μόττο στα ποιήματά του.
Ακόμα, η πίστη του στο μαχόμενο συγγραφέα απηχεί απόψεις ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς (θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε τα ποιήματα ποιητικής του, για τα οποία μιλώ αμέσως παρακάτω, με αντίστοιχες ποιητικές, λόγου χάρη του Αλεξάνδρου, του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη, [(υφολογικές) επιρροές του οποίου διακρίνουμε κυρίως στα πεζά ποιήματά του[5]]. Η ανίχνευση ξενικών επιρροών θα είχε επίσης ενδιαφέρον στο βαθμό που κάτι τέτοιο φανερώνει μία τάση προς διαμόρφωση του χαρακτήρα της σύγχρονης ποίησης (αν είναι ελληνική ή απεθνοποιημένη).
Σε γενικές γραμμές, πάντως, τα θέματά του είναι αντλημένα από την παράδοση, την ιστορία[6] και το μύθο[7], ενώ η δόμηση του έργου του ακολουθεί την αρχιτεκτονική ενός αρχαιοελληνικού κτίσματος.

Γ) Αυτοαναφορικότητα- ποιήματα ποιητικής

Μεγάλος είναι ο αριθμός των ποιημάτων ποιητικής . Ο ποιητής δείχνει να προβληματίζεται διαρκώς γύρω από την τέχνη του, τα υλικά του μέσα και το ρόλο του ποιητή, ενώ γράφει και ποιήματα στα οποία δείχνει τι δεν είναι ποιητής, τι δεν του πρέπει. Ποιήματα αυτού του κύκλου είναι, μεταξύ άλλων, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» και «Ο αμφίβιος» (από τη Μαθητεία), τα «Χάρτινα όστρακα», «Δρόμοι γεμάτοι αίματα», «Ο


________________________________________
[1] Αναφέρω αυτούς γιατί ο ίδιος λέει πως από εκείνους κυρίως επηρεάστηκε, πέρα από τις άλλες επιρροές που ενδεχομένως να έχει δεχτεί και από άλλους
[2] Βλ. τον «εργώδη ποιητή» παράλληλα με «Το παιγνίδι της επαφής» (1973) του Καραβίτη:Μετά από τριάντα χρόνια/ άγονης περιστροφής περί τον άξονά σου/ καταλαβαίνεις πια πόσο απλό/ πόσο εύκολο ήταν/ να ζήσει ο κόσμος είκοσι τόσους αιώνες/ χωρίς εσένα.
[3] Δες την εικονοποϊα του σύγχρονου κόσμου, την «οιμωγή των νικημένων» του Πύργαρη παράλληλα με του Καρατζόγλου («ΔΞΘ», 1975)
[4] Βλ. «Η μοίρα μας» του Πύργαρη παράλληλα με του Υφαντή, «Μαθρασπέντα» (1978) και την οργή και των δύο απέναντι στους αστούς που γυρίζουν την πλάτη στην εγχώρια πραγματικότητα (στον πρώτο) και βολεύονται στα προνόμια που κληρονόμησαν (στο δεύτερο), προδότες κι ασφαλείς
[5] Βλ. «Ο αγιασμός», «Ο δάσκαλος», «Η σόμπα», «Φωτοστέφανο»
[6] Βλ. το ποίημα «Σμύρνη», εμπνευσμένο από τη Μικρασιατική Καταστροφή
[7] βλ. τα ποιήματα «Μινώταυρος», «Ο νέος Θησέας», «Τηλέμαχοι»



Εργώδης ποιητής», «Άυλη πόλη», όλα από τη συλλογή Σκοτεινά ποιήματα.
Στο ποίημα «Με τον τρόπο του Γ.Σ.», ο Πύργαρης συμμερίζεται τις απόψεις του Γιώργου Σεφέρη για την ποίηση. Έτσι, σε μία αποστροφή στον εαυτό του, τον καλεί να γίνει απλός και κατανοητός, γιατί

για δεν αρμόζει μας μια ποίηση βαβέλ
ούτε μια ποίηση ξανθιά
που στους καθρέφτες καλλωπίζεται
όταν ο κόσμος χάνεται

γιατί μια γλώσσα πιο υποφερτή δε βλάφτει
καθώς οι ποιμένες αγνοούν
όταν πάνω στα χαρτιά τους εξαντλούνται
-για μια καινούρια τεχνική
για μια πρωτοπορία-

το φίδι
που απ’ τα πόδια της καρέκλας πιάνεται
και δοκιμάζοντας τη γλώσσα ανεβαίνει

Ο ποιητής οφείλει να είναι φυσικός και αντιληπτός, δεν του πρέπουν οι πόζες και ο ναρκισσισμός ούτε οι περίτεχνες τεχνικές κάτω από τις οποίες υποψιάζεται ο ίδιος μία κενότητα. Αντίθετα, οφείλει να είναι επικίνδυνος κι η γλώσσα του δηκτική, να ανεβαίνει σε και να απειλεί όσους έχουν βολευτεί στη θέση τους, είτε ως θεατές είτε ως έχοντες μία κάποια εξουσία.
Στο αμέσως επόμενο ποίημα της συλλογής ήδη από τον τίτλο («Ο αμφίβιος») βλέπουμε τον διχασμό τον ποιητή: είναι αμφίβιος, αυτός που ζει σε δύο κόσμους, στη στεριά, την παραδομένη στη λήθη και στο πέλαγος κάθε λευκής σελίδας, όπου βουτά για να ανασύρει σα χαμένη
πολιτεία τον μεστό λόγο της ποίησης και, δείχνοντάς τον στους άλλους να τους ζεστάνει.
Εδώ, ο ποιητής, χωρίς να αρνείται την καταγωγή του (είναι ένας από το πλήθος, αλλά και διαφοροποιείται από αυτό) έχει το ρόλο αυτού που παρηγορεί και ας μένει ο ίδιος πάντα απαρηγόρητος: βουτά στο πέλαγος, με την επίγνωση πως μπορεί και να γυρίσει με άδεια χέρια, και αντρειωμένος και παγωμένος ακόμη από την αλήθεια που του αποκαλύφτηκε, καλείται με την εσωτερική του φλόγα να ζεστάνει τους άλλους, οι οποίοι, μάλιστα, φαίνεται να αγνοούν την ίδια τους την ανάγκη για σωτηρία:

Αντρειωμένε ποιητή, μη τους αφήσεις να χαθούν
όσο κι αν δε το ξέρουν, προσμένουν τα τραγούδια
φωτιές σπείρε τα λόγια σου να ζεσταθούν
μη μαραθούνε της καρδιάς τους τα λουλούδια

Στα «Χάρτινα Όστρακα» ο ποιητής θυμίζοντας τον Εγγονόπουλο (η ποίηση δε μα βοηθά να ζήσουμε, αλλά να πεθάνουμε) προτάσσει μέσα σε παύλες ένα δικό του μόττο στο οποίο μιλά για τη σχέση ποίησης και αθωότητας. Σύμφωνα με αυτό, η ποίηση δεν βοηθά το δημιουργό να βρει την αθωότητά του, αλλά να τη χάσει.
Αντίθετα με τον Ελύτη, στον οποίο η αθωότητα έχει πάντα θετική χροιά και ύψιστος στόχος του δημιουργού είναι η αναπαρθένευση του κόσμου, στον Πύργαρη μοιάζει να θεωρείται συνώνυμη της άγνοιας, η οποία αν και ταιριάζει στη νεότητα, δεν πρέπει στον ποιητή, στόχος του οποίου είναι να αποκαλύψει την πλάνη και να αποτιμήσει. Η αθωότητα για την οποία κάνει λόγο εδώ είναι χαρακτηριστικό ανθρώπου αποκομμένου από τη ζωή, δημιουργού κλεισμένου στον χάρτινο κόσμο του, παραστρατημένου, όπως λέει, από τη δράση. Έργα ενός τέτοιου δημιουργού δεν μπορεί να πατούν γερά στη γη και να έχουν εκείνο το βάρος που τα επιτρέπει να στέκονται (αιωρούμενα), αλλά εκτρέπονται σε μία άλλη σφαίρα, γεμάτη σκοτάδι κι ασάφεια (ιλιγγιωδώς ταξιδεύουν/ στη νυχτιά και το χάος).
Πρόκειται για έργα- κατασκευές με διακοσμητικό χαρακτήρα και κανένα πραγματικό αντίκρισμα σε ζητήματα του κόσμου που καίνε. Γίνονται, εν πολλοίς, μία εύκολη κι ανώδυνη φυγή στην Εδέμ, η οποία ακριβώς γι αυτό το λόγο θα τους συντρίψει, κόβοντας και ρίχνοντάς (ή καλύτερα, επιστρέφοντάς) τους στο κενό.
Στον «εργώδη ποιητή», πάλι απαντώντας ίσως στον Εγγονόπουλο (γι αυτό τα ποιήματά μου είναι λίγα), προτάσσει ένα μόττο στο οποίο βλέπει υπερπληθώρα ποιημάτων (-Μήπως έχουμε/ περισσότερα τραγούδια/ απ’ όσα μπορούμε ν’ αντέξουμε;-) σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της εποχής.
Στο ποίημα αυτό ένας ποιητής δουλεύοντας πάνω στην εικοστή συλλογή του, ξαφνικά σταματά, καθώς αντιλαμβάνεται την και συντρίβεται από τη ματαιότητα της πίστης του πως με τα γραπτά του θα σώσει ή θα αλλάξει με κάποιο τρόπο τον κόσμο. Συνειδητοποιεί με πικρία και αυτοσαρκασμό πως η μόνη αναγνώριση που γνώρισε ως τώρα ήταν μέσα από στενούς κύκλους στους οποίους τελικά αναρριχήθηκε πολλάκις έρποντας. Τελικά παρηγορείται στην σκέψη πως έστω κι αν δεν έσωσε τους άλλους, δεν είναι κακό να σώσει τον εαυτό του και έτσι επιστρέφει στα γραπτά του. Το όνομα, δε, της συλλογής Από δυσμάς που επέλεξε ο Πύργαρης για τον ποιητή του δε φαίνεται τυχαίο. Αντίθετα, τονίζει περισσότερο τη ματαιοδοξία του δημιουργού, ο οποίος, θρεμμένος με δυτικά πρότυπα και φιλοδοξίες να τα φτάσει ή να τα ξεπεράσει και να κάνει τη μεγάλη ανατροπή που θα ου εξασφαλίσει έναν σεβαστό αριθμό θαυμαστών και αντιπάλων, δεν μπορεί παρά μπροστά στην αναμέτρησή του με την πραγματικότητα να συντριβεί.
Στο εξαιρετικό ποίημα «Άυλη πόλη» (χωρισμένο εσωτερικά με τους υπότιτλους «Ο αρχιτέκτονας» και «το πηγάδι»), το οποίο λόγω έκτασης παραθέτω στο επίμετρο, ο ποιητής μεγάλος και καταξιωμένος πια, περιστοιχισμένος από κύκλους θαυμαστών και κριτικών, που τον αναγνωρίζουν όψιμα, εκφράζοντας γι αυτόν έναν θαυμασμό εξωτερικό μόνο (μιλούν για την ευλυγισία των στίχων, τη δόμησή τους πουολοφάνερα είναι έτσι και όχι αλλιώς, σα να καταλάβαιναν) χωρίς να τον γνωρίζουν βαθύτερα ωστόσο, περιηγείται στο έργο του και αναλογίζεται τι κρύβεται πίσω του. Πρόκειται για μία ποίηση, η οποία πίσω από την κλασική κι επιβλητική επιφάνεια (κίονες), δομείται με τα τραχιά υλικά της ματαίωσης και της περιφρόνησης καανάγκη του δημιουργού να κρύψει πίσω της το σκοτάδι και τη μοναξιά που στραγγίζει τον ίδιο και τροφοδοτεί τους στίχους του.
Ο ποιητής δίνει όλο του το είναι στη δημιουργία- το νερό του πηγαδιού είναι δικό του και με αυτό παίρνει ζωή η πόλη του. Δεν πρόκειται δηλαδή για μία εύκολη, στείρα εγκεφαλική κατασκευή, αρχίζει όμως, εκτείνεται και λειτουργεί με βάση κάποιο σχέδιο. Πρόκειται για έναν πετυχημένο συνδυασμό ιδέας και συγκίνησης που ενδιαφέρον θα είχε να μελετηθεί σε σχέση με την ελυτική θεωρία περί αρχιτεκτονικής δόμησης του ποιήματος, τη σολωμική των στοχασμών, ή ακόμα και το ποίημα «Ανταποκρίσεις» του Μπωντλαίρ. Επιπλέον, η ύπαρξη σχεδίου είναι ένας δείκτης που αποκαλύπτει πως ο ελεύθερος συνειρμός και το τυχαίο έχουν λιγότερο χώρο στην τέχνη του σε σχέση με τον στοχασμό.
Και αν στα παραπάνω ποιήματα δίνει περισσότερο τον ορισμό του ποιητή και το χρέος του, της ποίησης και των ορίων της, στο ποίημα «Δρόμοι γεμάτα αίματα» δείχνει (βλ. επίμετρο- όπως και στα «Χάρτινα όστρακα») να δίνει τον αντίθετο ορισμό: τι δεν πρέπει να είναι ο ποιητής:
Το ποίημα δείχνει να αποτελεί κριτική στους νεορομαντικούς ποιητές, «τα θέματα του ‘τίποτα’, της θανατίλας, της φθοράς και του εγώ, ο έρωτας ως ψευδαίσθηση επαφής με τους άλλους, η ατέλεια της γλώσσας ως εκφραστικού οργάνου της ποίησης, ο μανιερισμός της βίας, η εικονογράφηση ενός κόσμου κυριαρχημένου απ’ τη φρίκη και τον παραλογισμό, η φυγή από την πραγματικότητα και η δημιουργία ενός πλασματικού κόσμου, η ρητορική και δραματοποιημένη έκφραση, η γλωσσική και μορφική κατασκευαστικότητα, η αποσπασματική τεχνική»[1].
Ζητά έναν αληθινό ποιητή και όχι καρικατούρα η οποία έχει διαμορφωθεί από του κόσμου τις βολικές αντιλήψεις περί αγοραφοβίας, εκκεντρικότητας και ονειροφαντασίας: ο Πύργαρης στο εδώ και το τώρα παίρνει παρουσίες.


________________________________________
[1] Βλ. Γαραντούδης, ό,π., σ.σ. 247-248ι συγκροτείται από τη βαθιά


Δ) η δική του προσέγγιση του έρωτα (και της γυναίκας), της φθοράς και του θανάτου

Παρατηρώντας τη συχνότητα με την οποία επανέρχεται το θέμα του έρωτα στον Πύργαρη, διαπιστώνει κανείς πως κατ’ αναλογία με το πέρασμα από τον ιδιωτικό χώρο στο δημόσιο, μειώνεται κι αυτή σταδιακά και δίνει τη θέση της σε ζητήματα που αφορούν στην σύγχρονη κοινωνία και την ποιητική, αλλά και τη φθορά και το θάνατο. Εκείνο που τον διαφοροποιεί σε σχέση με τους νεορομαντικούς ποιητές ή τους ποιητές- καρικατούρες γενικότερα που αναφέραμε πριν, είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύεται αυτά τα θέματα, ο οποίος δεν έχει το χαρακτήρα της ήττας, του πεσιμισμού και της παραίτησης, στοιχεία τα οποία πιθανόν ο ίδιος να αποδεχόταν αν δεν υποψιαζόταν πίσω τους μία ψεύτικη δραματικότητα και ρητορεία.
Πιο συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά στον έρωτα βλέπουμε πως στην αρχή, στα ποιήματα της Ωραιοδίνης έχει αποδέκτη το ιερό και παρθένο πρόσωπο μίας έφηβης. Σε όλη τη συλλογή, που μάλλον θα πρέπει να τη δούμε ως συνθετικό ποίημα, αν κρίνουμε και από το δεύτερο τίτλο που της δίνει ο Πύργαρης («Ωδή στην έφηβη»), αλλά και από το γεγονός ότι έχει μία θεματική, δοσμένη με συνέχεια, εξαίρεται το ασύνετο, απόλυτο και συγχρόνως αθώο του προσώπου, το γεγονός ότι δεν έχει μνήμη κι έτσι τη γεννά (στο ποίημα «Έφηβη» της δίνει το όνομα Νοσταλγία).
Η έφηβη ανήκει σε μία νέα γενιά, η οποία όπως διαβάζουμε στο «Άγγιγμα», είναι ανάλαφρη από βιώματα, δεν γνώρισε τη ματαίωση, δεν πρόλαβε να παλέψει και να κουραστεί. Διαφέρει και εξωτερικά από την πρώτη ματιά από την προηγούμενη γενιά. Ούσα κοπέλα της εποχής της, φορά σκουλαρίκι στον αφαλό, τατουάζ στην κοιλιά, κοντά μπλουζάκια, αγγίζει, ανυποψίαστη για τις επιπτώσεις κάθε τυχαίας κίνησής της, τον άντρα.
Ο έρωτας στο πρόσωπό της δε δίνεται από τον ποιητή ούτε απόλυτα εξιδανικευτικά, φτάνοντας στα όρια της εξαΰλωσης, αλλά ούτε κι εντελώς ρεαλιστικά, ώστε να περάσει στο άλλο άκρο, της ωμότητας. Στο «Φιλί» με πολύ λυρισμό παρομοιάζεται με ένα μελάτο σύκο που γεννά το ένστικτο (μία αρχαία ανάγκη) και ο οποίος λειτουργεί σαν ένα πρόσχημα για να έρθουν σε επαφή, ξαφνιασμένα κι αθωωμένα, τα χείλη:

Φιλί

Μελάτο σύκο ανάμεσα στα στόματα
των κορμιών ο Αύγουστος γινώνει
είναι η αρχαία πείνα
τα χείλη μυστικά σιμώνει
προς το καρπό που ξάφνου χάνεται
και χείλη ακουμπούν, αντί γι’ αυτόν
τα χείλη

Υπάρχει, δηλαδή, σαφέστατα η ανάγκη της ένωσης με το πρόσωπο και της σαρκικής ολοκλήρωσης (ο άντρας δεν αρκείται στο να παρατηρεί, αλλά στην «Άσεμνη σκέψη» για παράδειγμα φαντάζεται πως σπάει το γυαλί που τον χωρίζει από την έφηβη και κάνει έρωτα μαζί της, ενώ στον «Ανεκπλήρωτο έρωτα» περιγράφει το πώς θα αλλάζει η κοπέλα στα μάτια του, καθώς θα μεταμορφώνεται κατά τη διάρκεια της κορύφωσης από ένα τέλειο, αλλά ψυχρό κορμί αγάλματος σε γήινη γυναίκα), ωστόσο αυτή –και καθότι ο άνδρας είναι δεσμευμένος, όπως μαθαίνουμε στο κλείσιμο της συλλογής- καταπιέζεται, με ενοχή και προτάσσοντας τη σύνεση. Μάλιστα, τόσο στην «Άσεμνη σκέψη», όσο και στην «Απώλεια της αθωότητας», τονίζεται η σημασία της σωματικής επαφής, αφού δίνει μορφή στο σώμα: στο μεν πρώτο ποίημα, δίνει στον άγγελο το φύλο του, στο, δε, δεύτερο στην έφηβη ένα σωστό κάτοπτρο για να δει τον εαυτό της, χωρίς τις παραμορφώσεις της εξιδανίκευσης που δημιουργεί ο πλατωνικός έρωτας.
Αργότερα και καθώς αποδέκτης του έρωτα είναι πια μία γυναίκα, η περιγραφή της γίνεται πιο ρεαλιστική. Στο «Γυναίκα και αυτοκράτωρ» (από τη Μαθητεία) εκείνη παραδίδεται στον άντρα και εκείνος προδομένος από την εύκολη νίκη του, την εγκαταλείπει για μία άλλη, πιο δύσκολη περίπτωση. Ενώ στο «Ο Αθέατος των συζύγων κόσμος» το κλίμα είναι μάλλον αντεστραμμένο. Εκεί, η γυναίκα δεν είναι το συναισθηματικό «θύμα» μία κατάστασης, ευάλωτο και αλωμένο, αλλά της αναγνωρίζεται ο χώρος που της ανήκει, των φαντασιώσεων. Έτσι, όταν τη βλέπει ο σύζυγος να φιλά τα ανυποψίαστα παιδιά της, του δίνει κάθε φορά την εντύπωση πως τα αποχαιρετά και φεύγει σε έναν κόσμο δικό της, απροσπέλαστο για εκείνον. Όταν ξαπλώνει, λοιπόν, πλάι στον σύζυγο που χάνεται στην καθημερινότητά του, εκείνη φαντασιώνεται ένα φλογερό πάθος, στην αρχική του μορφή, χωρίς πρόσωπο και όνομα μέσα στα μουσκεμένα εσώρουχά της.
Η φθορά και ο θάνατος, από την άλλη πλευρά, δεν αντιμετωπίζονται μοιρολατρικά, δεν είναι άλλοθι παραίτησης του ποιητή, αλλά βλέπονται σαν ένας δρόμος –τραχύς- προς τη γνώση και την αυτογνωσία. Το «Ταξιδεύοντας προς το φως» είναι χαρακτηριστικό αυτού του θεματικού κύκλου, καθώς επίσης και η «Ιδιωτική θλίψη», όπου και από τον τίτλο αντιλαμβάνεται κανείς την πικρή διαπίστωση που κάνει ο Πύργαρης, πως μόνος του βιώνει κανείς τελικά τα μεγάλα γεγονότα της ζωής του. Ο ποιητής, γράφοντάς τα για έναν φίλο του που πέθανε αιφνίδια εν αναμονή των αποτελεσμάτων από τις ιατρικές του εξετάσεις, καταλαβαίνει πως κανέναν άλλο πέρα από τους γνωστούς αυτού που χάθηκε, δεν αφορά το γεγονός κι έτσι διακριτικά, αφού του αποθέσει τον φόρο τιμής που του πρέπει, σωπαίνει, χωρίς κραυγές και περιττολογίες. Εξαιρετικά ενδιαφέρον για την εικονοποιία του είναι και «Η πεταλούδα της Ανάστασης», στο οποίο ο Πύργαρης δείχνει να αξιοποιεί γόνιμα το ποίημα του Μπωντλαίρ, Το κρανίο (αν αναφέρομαι συχνά σε αυτόν τον ποιητή είναι γιατί και ο ίδιος πέρα από τις κάποιες αναφορές του Γάλλου στα ποιήματά του, βλ. «Σαρκοφάγα μοσχάρια», παραδέχεται πως έχει επηρεαστεί από εκείνον και τους καταραμένους ποιητές γενικότερα).

Στοιχεία μορφής:

Α) ο ελεύθερος στίχος
Έχει ειπωθεί πως η λογοτεχνική γενιά του ’80 φροντίζει ιδιαίτερα τη μορφή των ποιημάτων της, στοχάζεται γύρω από ζητήματα γλώσσας και ρυθμού, απαντώντας στη μορφική ατημελησία της γενιάς του ’70. Έτσι, κρατά τον ελεύθερο στίχο στον οποίο όμως φροντίζει να προσδώσει εσωτερικά μία μουσικότητα κι έναν ρυθμό, προκειμένου να αποφύγει την όποια πεζολογία των προηγούμενων.
Πράγματι, η μορφή δεν είναι κάτι που περνά χωρίς να βασανίσει τον Πύργαρη, ο οποίος δοκιμάζει να γράψει και ποιήματα πιο παραδοσιακά,
με μέτρο και (ψευδο) ομοιοκαταληξία. Τα ποιήματα αυτά[1], λίγα σε σχέση με το σύνολο, αν και όχι τα πλέον επιτυχημένα, δείχνουν την ανάγκη του ποιητή για αρμονία, αφού και εξωτερικά, αν τα παρατηρήσει κανείς, έχουν μία κλασικιστική μορφή και μία ισορροπία, αλλά και αποκαλύπτουν και κάποια ανάγκη για ένα σημείο αναφοράς, ίσως, μία σταθερά μέσα στη ρευστότητα και το άμορφο που ταλανίζει έναν δημιουργό. Σύντομα, ωστόσο, υπακούοντας στην εσωτερική του ανάγκη για ελευθερία και αναγνωρίζοντας, καθώς φαίνεται, τους περιορισμούς της φόρμας, τα εγκαταλείπει και επιστρέφει στον ελεύθερο στίχο, του οποίου τη μουσικότητα χτίζει εσωτερικά, δημιουργώντας παράλληλα την επιδιωκόμενη εντύπωση.
Ενδεικτικά και πάλι, παραθέτω το «Άγγιγμα»:

-Κι έπειτα ήρθαν αυτοί που δε γνώρισαν τη μεγάλη πλά
νη. Ήρθαν ανάλαφροι, χωρίς αίματα, χωρίς σκόνες απ’ τα γκρεμί
σματα. Ολοκαίνουριοι. Δεν είδαν ποτέ να πέ
φτουν από τα βάθρα αγάλματα. Δεν άκουσαν τις οιμωγές εκτοπι
σμένων.
Μια γενιά θαρρείς δίχως μνήμη. Έκοψαν τα μπλουζά
κια ψηλά, φόρεσαν παντού σκουλαρίκια.
Παρθένος ο κόσμος πάλι-

Εδώ, ο τρόπος με τον οποίο κόβει τους στίχους ο ποιητής (ή κατά το καρυωτακικό, τους ξεχαρβαλώνει) (γκρεμί/σματα, πέ/φτουν, εκτοπι/σμένων,μπλουζά/κια) δημιουργεί, οπτικά και συγχρόνως ακουστικά την αίσθηση του γκρεμίσματος, της πτώσης, της κοπής ή καλύτερα, την υποβάλλει, χωρίς να χρειάζεται περίσσεια λέξεων για να τη δηλώσει.
Επιπλέον, η αίσθηση του χάους και της σύγχυσης που δημιουργεί η πτώση των αγαλμάτων τονίζεται από τη συσσώρευση του φθόγγου α στον τέταρτο στίχο και τη χασμωδία βάθρα αγάλματα. Το νεκρό και ψυχρό κλίμα του χώρου έρχονται να γεμίσουν οι ήχοι και οι κινήσεις των


________________________________________
[1] Βλ. «Το δίλημμα» και «Κατάφαση»

σκουλαρικιών: στον προτελευταίο στίχο είναι χαρακτηριστική η παρήχηση των υγρών λ και ρ.
Αλλού η σειρά με την οποία τοποθετεί τις λέξεις μέσα στο στίχο δημιουργεί μία αίσθηση ρυθμού και ισορροπίας. Αντιγράφω ένα τμήμα από «τους Κραταιούς»:

γιατί εμείς
της ημέρας οι φοβεροί κραταιοί
τις νύχτες την αγάπη ικετεύουμε
όταν τη σιδηρά αποθέτουμε πανοπλία
κι απορημένα
τον φόβο μας κοιτάζουν τ’ αστέρια

Εδώ, στον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και τελευταίο στίχο η αλλαγή στη σειρά των λέξεων και η τοποθέτησή τους με τον συγκεκριμένο τρόπο δημιουργεί την εντύπωση παράλληλων τεντωμένων σχοινιών στα οποία βαδίζουν οι κραταιοί εραστές, λειτουργώντας διαφορετικά τη μέρα (κρατώντας πανοπλίες κι άμυνες) και τη νύχτα (ζητώντας αγάπη). Παράλληλα όμως με την οριζόντια ανάγνωση, οι ίδιοι στίχοι αν τους δούμε κάθετα (μία τέτοια ανάγνωση μπορεί να ξεφεύγει από τις προθέσεις του ποιητή, αλλά νομιμοποιείται να προσγραφεί στο ποίημα, εφόσον την ενεργοποιεί στον αναγνώστη, έστω κι αθέλητα) δείχνουν ότι επί της ουσίας η συμπεριφορά των εραστών δεν αλλάζει, παρά την ανάγκη τους για άφεση: στο τέλος, θα αναζητήσουν την κάποια ασφάλεια (κραταιοί ικετεύουμε πανοπλία, οι φοβεροί την αγάπη αποθέτουμε). Ομοίως, δημιουργούνται ακουστικές και οπτικές εικόνες κι εδώ (παρήχηση του ρ στον δεύτερο, ο βαρύς αντίλαλος της πανοπλίας που πέφτει, στον προτελευταίο στίχο, με την πυκνότητα των α και ρ).

Β) συνθετικά ποιήματα

Όπως είδαμε παραπάνω, κατά τον Μπουκάλα, στη γενιά του ’80 περιορίζεται αισθητά η τάση για συνθετικά ποιήματα, κάτι που σχετίζεται πιθανόν με την πτώση του τόνου και τον περιορισμό της φιλοδοξίας για μεγαλόπνοα ποιήματα: προέχει η έκφραση της ατομικής περίπτωσης και αυτή μπορεί να εκφραστεί και με μικρότερες, ακαριαίες συλλήψεις.
Στον Πύργαρη, βλέπουμε να υπάρχει μία τάση για μεγαλύτερες συνθέσεις (τα περισσότερα ποιήματά του είναι μεσαίας ή μεγάλης έκτασης- αν βάλουμε ένα σχετικό όριο 15 στίχων για το μεσαίας έκτασης ποίημα) και αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα, συνθετικό ποίημα, διακρίνουμε φανερά μία τάση να οργανώνει θεματικά τις συλλογές του, καθώς επίσης και να τις χωρίζει εσωτερικά σε επιμέρους ενότητες. Έτσι, η Ωραιοδίνηπεριλαμβάνει ποιήματα της ίδιας θεματικής που διαβάζονται ταυτόχρονα και σαν συνέχεια, ενώ στον Χαιρετισμό υπάρχει ο χωρισμός της συλλογής στις ενότητες: Άγγελοι από χώμα, Γενιά μεμβράνη, Μινώταυρος, Θερμοπύλες,Οι ατελέσφοροι και Ο νέος Θησέας. Τα Σκοτεινά ποιήματα, από την άλλη πλευρά, λειτουργούν στη λογική του άρθρου του για την open-mind ποίηση (γράφω γι αυτό το θέμα παρακάτω και παραθέτω το άρθρο στο επίμετρο) και από αυτή την άποψη συγκροτούν μία ενότητα όλα μαζί, διαβάζοντας και ξαναγράφοντας το ένα το άλλο.

Γ) γλώσσα

Η γλώσσα του Πύργαρη δείχνει να ακολουθεί την τάση της γενιάς του ’80: πλησιάζει στην αστική γλώσσα, χωρίς να φοβάται μήπως θεωρηθεί αντιποιητική, γνωρίζοντας καλά πως όχι μόνο δεν υπάρχουν αντιποιητικές λέξεις, αλλά αυτές που θεωρούνται τέτοιες, μπορούν, συνδυασμένες κατάλληλα, να αποτελέσουν πολύτιμο εργαλείο στον ποιητή για να δημιουργήσει μία εντύπωση.
Έτσι, ενσωματώνει στο ποιητικό του λεξιλόγιο λέξεις ξενικές προκειμένου να σατιρίσει τον μιμητισμό κάθε ξενόφερτης μόδας («perie» στο Νέοι Αττικισταί) ή να δείξει την πικρία και τον σαρκασμό του για τον παροπλισμό της γενιάς του (βλ «Αουτάν» στις Θερμοπύλες) ή ακόμα, να συγχρονιστεί, χωρίς να ψέξει, με την τάση της νέας γενιάς (η έφηβη τηςΩραιοδίνης φορά ταττού).
Για τον ίδιο σκοπό, της ειρωνείας, χρησιμοποιεί επίσης και αρχαιοπρεπέστερους τύπους (βλ. τον τίτλο Νέοι Αττικισταί), ενώ μία φορά Ωραιοδίνη, η λέξη «γαμημένη», η οποία και έχω την αίσθηση πως δεν ενοχλεί, αφού εντάσσεται σε ένα γενικότερο κλίμα προφορικότητας και εξομολόγησης). Φράσεις και λέξεις, επίσης, με ξηρό δοκιμιακό ύφος (οι διακηρύξεις του ομιλητή της «Εκδήλωσης» περί αναφαίρετων ανθρώπινων δικαιωμάτων) ή παρμένες από τον προφορικό λόγο («σαλτιμπάγκοι» στο ίδιο ποίημα) λειτουργούν εξίσου ειρωνικά, εκφράζοντας άλλοτε οργή κι άλλοτε δυσπιστία. Την ίδια στιγμή χρησιμοποιεί και κάποιους τύπους της δημοτικής περισσότερο παλαιικούς (βλ. τον τύπο «δεν επρόσεξε»), οι οποίοι καταφέρνουν να ενσωματωθούν ωραία στο κείμενο, δίνοντάς του μία ισορροπία παράδοσης και μοντέρνου.

Δ) το ύφος και η σκοτεινότητα


Όπως είδαμε και από την παρουσίαση των ποιημάτων ποιητικής του Πύργαρη, η γλώσσα του ποιητή οφείλει να είναι απλή και κατανοητή, αφού πρωταρχικό μέλημά του πρέπει να είναι η επικοινωνία. Έτσι, ομοίως και το ύφος οφείλει να είναι φυσικό, να βοηθά αυτή την επικοινωνία και όχι να συσκοτίζει.
Συνεπώς, όταν διαβάζει κανείς τον τίτλο Σκοτεινά ποιήματα της τελευταίας συλλογής, πριν βιαστεί να εντοπίσει αντίφαση ως προς τα όσα προτείνει εντός της ο ποιητής, καλό είναι να κατανοήσει την έννοια την οποία προσδίδει στη σκοτεινότητα ο ίδιος. Δεν είναι η σκοτεινότητα όπως τη θεωρεί ο Βαγενάς[1], ως επαρκής αριθμός άλογων στοιχείων (κορύφωση –ή μάλλον ακρότητα- του οποίου θεωρεί τα υπερρεαλιστικά κείμενα) που δυσκολεύουν τον αναγνώστη να βρει αναλογίες μεταξύ των όσων παραβάλλονται.
Διαβάζοντας το άρθρο που συνοδεύει τη συλλογή, ο Πύργαρης εννοεί ακριβώς το αντίθετο: φιλοδοξεί με την ποίησή του να αποκαλύψει μέσα από το σκοτάδι της εξωτερικής πραγματικότητας το φως. Γι αυτό το λόγο, όπως είδαμε και στην «Άυλη πόλη», δε δυσκολεύει τον αναγνώστη του με περιττά άλματα της σκέψης ή με παράδοξο συνδυασμό λέξεων: στόχος του δεν είναι τόσο η ανοικείωση, όσο να περιηγηθεί ο αναγνώστης του στην πόλη του, η οποία έχει δομηθεί με ένα σχέδιο και να συλλογιστεί. Η όποια έκπληξή του θα έρθει στη συνέχεια μόνη της, σταδιακά και από την ίδια την εικονοποιία (βλ. το ποίημα «Εκδήλωση» και την αποκάλυψη, την οποία αρχίζουμε να υποπτευόμαστε, ότι το αμφιθέατρο βρισκόταν από την αρχή στο βυθό της θάλασσας).


________________________________________
[1] Βλ. Νάσος Βαγενάς, Για έναν ορισμό του μοντέρνου στην ποίηση, Στιγμή, Αθήνα 1984, σελ.16 κ.ε.


Ε) τρόπος

Ως προς τον τρόπο (και αναφέρομαι στον λυρικό και δραματικό, όπως τα ορίζει ο Βαγενάς), τέλος, με τον οποίο δίνει τα θέματά του ο Πύργαρης, παρατηρεί κανείς πως ακολουθεί την πορεία του κάθε δημιουργού μέχρι να βρει έναν καθαρά δικό του τρόπο έκφρασης. Αρχικά, πιο λυρικός, με στοιχεία ρομαντικά, καταθέτει αισθήματα, αν και όχι μονοδιάστατα (μέσα τους υπάρχει το στοιχείο της αντίθεσης και της τραγικότητας που κάνει ένα ποίημα πιο σφιχτό: στην Ωραιοδίνη ο έρωτας έχει το στοιχείο της κάθαρσης αλλά και της αμαρτίας συγχρόνως, υπάρχει η σύγκρουση του θέλω και του πρέπει, η επικράτηση μάλλον της σύνεσης μπροστά στην αλήθεια της πραγματικότητας), στη συνέχεια γίνεται πιο μεστός και δραματικός στη μέσα του σύγκρουση: ο εργώδη ποιητής συνεχίζει να γράφει έχοντας πια επίγνωση της ματαιότητας του έργου του. Στοιχεία «παραλόγου» (με την έννοια που δίνει ο Καμύ στο παράλογο στον Μύθο του Σίσυφου) και η οικειοποίησή τους τον φέρνουν πιο κοντά σε έναν ρεαλισμό και μία κριτική της πραγματικότητας που δε χωρά μονομέρειες και ιδανισμούς, που ακούγονται μεν ελκυστικοί, καθότι καθησυχάζουν, αλλά στην ουσία δεν έχουν κανένα έρεισμα.
Με αυτή την έννοια, παρότι τα θέματα που επιλέγει, από την ιστορία και το μύθο, όπως είδαμε, τον φέρνουν κοντά στην παράδοση, ο τρόπος με τον οποίο τα πραγματεύεται και η μορφή των ποιημάτων του (ελεύθερος στίχος, πιο καθημερινό λεξιλόγιο, επικράτηση του δραματικού –με την έννοια που του αποδίδει ο Βαγενάς[1]- έναντι του λυρικού) τον κάνουν μοντέρνο.

Ιδιωτικός και δημόσιος, ερωτικός και πολιτικός, υπαρξιακός και ρεαλιστής, λυρικός και δραματικός, ο Πύργαρης αποτελεί μία περίπτωση ποιητή ο οποίος αξίζει να προσεχθεί. Πρώτα από όλα, καθότι έχει μία


________________________________________
[1] Βλ. Νάσος Βαγενάς, ό.π. σελ. 16 κ.ε.


αξία από μόνος του, ένα λόγο μεστό, μία αλήθεια που καίει και θέλει να εκφραστεί και προπάντων το θάρρος να ξεβολέψει τον «γραμματιζούμενο» άνθρωπο, κάτι που τον κάνει επικίνδυνο και συγχρόνως επίκαιρο, όσο και διαχρονικό και, αφετέρου, γιατί θέτει ερωτήματα γύρω από την κατεύθυνση της σύγχρονής μας λογοτεχνίας: υπάρχει σήμερα μία συγχρονισμένη λογοτεχνική κίνηση κι αν ήταν –ισμός, τι θα ήταν; Ή έχουμε να κάνουμε με ατομικότητες; Ποια είναι η ποίηση σήμερα και ποια η σχέση της με την ιστορία; Οι σύγχρονοι ποιητές είναι εσωστρεφείς ή ανοίγουν την οπτική τους κόσμο; Φιλοδοξούν να γράψουν μία ποίηση ελληνικού χαρακτήρα (και τι εννοούν με τον όρο) ή να λειάνουν τα περιγράμματα της εθνικοτητας; Και τελικά η τωρινή γενιά είναι ένα κομμάτι, μία προέκταση τη γενιάς του ’80;
Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πως η επιστήμη της φιλολογίας με το σπουδαίο αυτό εργαλείο που διαθέτει, την κριτική, θα έβγαινε κερδισμένη αν ανοίγονταν και δοκίμαζε (διακινδύνευε, αν θέλετε) να αποτιμήσει το έργο δημιουργών με προοπτικές (έστω και εν προόδω) και να τους προλάβει από τη λήθη. Με αυτό τον τρόπο θα προλάβαινε και η ίδια λάθη που εντοπίζει στις προηγούμενες γενιές και εννοώ την όψιμη αναγνώριση σημαντικών μορφών.
Παρρησία, άλλωστε, θα ζητούσε και από εμάς ο ίδιος ο Παναγιώτης Μουλλάς, προς τιμή του οποίου γίνεται αυτός ο διαγωνισμός, όταν έλεγε κλείνοντας πονηρά το μάτι:

Η κριτική είναι υπόθεση ταπεραμέντου[1].



Bάγια Κάλφα


________________________________________
[1] Βλ. Παναγιώτης Μουλλάς, Η δέκατη Μούσα. Μελέτες για την κριτική, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 2001